Την Παρασκευήν, 23ην Οκτωβρίου /5ην Νοεμβρίου 2010, το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων εώρτασε την μνήμην του Αγίου ενδόξου αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου ως Θρονικήν εορτήν, καθ’ ότι ο Άγιος Ιάκωβος είναι ο πρώτος ιεράρχης της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, εξ ου έλκουν την διαδοχήν αυτών πάντες οι Προκαθήμενοι αυτής.Η εορτή έλαβε χώραν εις τον Καθεδρικόν Ναόν του Αγίου Ιακώβου, τον συνδέοντα δι’ εσωτερικής διαβάσεως το Κεντρικόν Μοναστήριον των Αγιοταφιτών μετά του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως. Τον ναόν τούτον έχει παραχωρήσει το Πατριαρχείον προς χρήσιν υπό των Αραβοφώνων αυτού Ορθοδόξων πιστών. Εις τον ναόν τούτον κατήλθε δια την χοροστασίαν εν τω Εσπερινώ η Α.Θ.Μ. ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος μετά συνοδείας Αγιοταφιτών από του Κεντρικού Μοναστηρίου.
Εις τον αυτόν Ναόν ο Μακαριώτατος προεξήρξε της θ. Λειτουργίας ανήμερα της εορτής, συλλειτουργούντων Αυτώ των Σεβασμιωτάτων Αρχεπισκόπων Αβήλων κ. Δωροθέου, Κωνσταντίνης κ. Αριστάρχου, Γέροντος Αρχιγραμματέως, και Θαβωρίου κ. Μεθοδίου, Αγιοταφιτών Ιερομονάχων και αραβοφώνων εγγάμων Πρεσβυτέρων, ψαλλόντων των χορών του Πατριαρχείου δεξιά ελληνιστί και του ναού του Αγίου Ιακώβου αριστερά αραβιστί, τη παρουσία της κ. Ασπασίας Μήτση, εκπροσώπου του Κεντρικού Προξενείου της Ελλάδος εις τα Ιεροσόλυμα και τη κατανυκτική συμμετοχή των μελών της αραβοφώνου ενορίας του Αγίου Ιακώβου και της Ελληνικής παροικίας. Εις το Κοινωνικόν ο Μακαριώτατος εκήρυξε τον θείον λόγον έχοντα ούτως ελληνιστί:
«Μακάριος ανήρ, ος υπομένει πειρασμόν, ότι δόκιμος γενόμενος λήψεται τον στέφανον της ζωής, ον επηγγείλατο ο Κύριος τοις αγαπώσιν αυτόν (Ιάκ. Α, 12)», κηρύττει ο Άγιος Ιάκωβος εις την καθολικήν αυτού επιστολήν.
Αγαπητοί μου αδελφοί, ευλαβείς προσκυνηταί.
Μακάριος όντως και δόκιμος-άξιος του στεφάνου της ζωής Σωτήρος ημών Χριστού ανεδείχθη και ο σήμερον τιμώμενος εν τω επωνύμω αυτού Ναώ Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος και πρώτος Ιεράρχης των Ιεροσολύμων, δηλονότι ο πρώτος Επίσκοπος της μητρός πασών των Εκκλησιών.
Τοσούτον δε μεγάλη ήτο η αγάπη του Αγίου Ιακώβου προς τον Θεόν, ώστε συνεχώς προσηύχετο γονυπετής «προσκυνών τω Θεώ και αιτούμενος άφεσιν του λαού και δικαιοσύνην», όπως μας πληροφορεί ο Ευσέβιος εις την εκκλησιαστικήν αυτού ιστορίαν (Ευσεβ. Εκκλησ. Ιστορία, ΙΙ, 23).
Την αγάπην του εις τον Θεόν την εκφρασθείσαν δια της υπερβαλλούσης δικαιοσύνης αυτού, ο Άγιος Ιάκωβος επεσφράγισεν δια του μαρτυρικού αυτού θανάτου υπέρ του Χριστού, του ζώντος Ηλίου της Δικαοσύνης. Κατά την μαρτυρίαν του ιστορικού Ηγησίππου που ο Απόστολος Ιάκωβος, ολίγον προ της πολιορκίας των Ιεροσολύμων υπό των Ρωμαίων περί τω 62 μ.Χ. εθανατώθη, ριφθείς εκ του ιερού κάτω, λιθοβοληθείς και πληγείς δια ροπάλων κατά την εορτήν του Ιουδαϊκού Πάσχα, όταν του εζητήθη ενώπιον του λαού να δώση την μαρτυρίαν περί του Ιησού, και ωμολόγησεν ούτος ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του ανθρώπου ο καθήμενος εις τα δεξιά της μεγαλωσύνης. «Απάγγειλον ημίν», έλεγον οι φονεύσαντες τον δίκαιον Ιάκωβον, «τις η θύρα του Ιησού» και απεκρίνατο [Ιάκωβος] φωνή μεγάλη «τι με επερωτάτε περί του Υιού του ανθρώπου και Αυτός κάθηται εν τω ουρανώ εκ δεξιών της μεγάλης δυνάμεως και μέλλει έρχεσθαι επί των νεφελών του ουρανού»…και επλήρωσαν την γραφήν εν τω προφήτη Ησαΐα γεγραμμένην, «άρωμεν τον δίκαιον, ότι δύσχρηστος ημίν εστιν» (Ησ. 3,10).
Αυτήν ακριβώς την μαρτυρίαν της δικαιοσύνης του Υιού του ανθρώπου, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του καθημένου εν τω ουρανώ εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού Πατρός, αλλά και της μελλούσης ελεύσεως Αυτού, δηλονότι της δευτέρας Αυτού παρουσίας και τελικής κρίσεως μαρτυρεί και ευαγγελίζεται η αγία του Θεού ημών Εκκλησία και μάλιστα η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, δια του τάγματος της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, αλλά και δια του ευσεβούς Χριστεπωνύμου αυτής πληρώματος, έχουσα ως παράδειγμα αυτής τον Άγιον Ιάκωβον τον και πρώτον αυτής Ιεράρχην, ποιμένα και διδάσκαλον. «Του αρχιποίμενος Χριστού», αναφωνεί ο υμνωδός, «αδελφός χρηματίσας και διάδοχος και εν Αποστόλοις επίσημος, του υπέρ Αυτού θάνατον ηγάπησας και το μαρτύριον ουκ επησχύνθης, Ιάκωβε ένδοξε».
Το μαρτύριον δε του Αγίου Ιακώβου, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι το μαρτύριον της αγάπης και της δικαιοσύνης της σταυρικής θυσίας του Σωτήρος και λυτρωτού ημών Ιησού Χριστού. Είναι το μαρτύριον, επαναλαμβάνομεν, της σταυρικής θυσίας του Χριστού, το οποίον μαρτύριον δεν επησχύνθη ο απόστολος διδάσκαλος και διάδοχος του Χριστού, Ιάκωβος ο Αδελφόθεος.
Το μαρτύριον του Αγίου Ιακώβου ως του πρώτου ποιμένος και πιστού οικονόμου των μυστηρίων των πνευματικών του Χριστού αποτελεί το απαράτρεπτον της αποστολικής διαδοχής της Εκκλησίας του Χριστού.
Με άλλα λόγια, όπως ο Χριστός αναδεικνύεται ο λίθος, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας, ούτω και ο δίκαιος Ιάκωβος ο κριθείς δύσχρηστος αναγνωρίζεται ως ο λειτουργός «της υγιαινούσης (Α’ Τιμ. 1,10) αποστολικής διδασκαλίας και διαδοχής», «της σκηνής της αληθινής», δηλαδή της Εκκλησίας, «ην έπηξεν ο Κύριος και ουκ άνθρωπος» (Εβρ. 8,2) κατά τον μέγαν Παύλον.
Κληρονόμοι και κοινωνοί γενόμενοι και ημείς, κλήρος και λαός δια του Βαπτίσματος, της μεγαλωσύνης της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού (Β’ Κορ. 4,6) καλούμεθα να προσπαθήσωμεν ένας έκαστος εξ ημών να παραστήσωμεν εαυτούς εις τον Θεόν δεδοκιμασμένους και εργάτας τελείους.
Το καλόν δηλονότι έργον μας να μην μας εντροπιάζη, αλλά να διδάσκη ορθώς τον λόγον της αληθείας. «Σπούδασον», παραγγέλλει ο σοφός Παύλος εις τον μαθητήν αυτού Τιμόθεον «σαυτόν δόκιμον παραστήσαι τω Θεώ, εργάτην ανεπαίσχυντον, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας» (Β’ Τιμ. 2,15) «Γιγνώσκοντες», λέγει ο Απόστολος Ιάκωβος «ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν (Ιάκ. 1’3.). Με άλλα λόγια, θα χαίρετε εις τας θλίψεις και τους πειρασμούς, όταν έχητε την γνώσιν, ότι το να δοκιμάζεται η πίστις σας δια των θλίψεων, δημιουργεί ως αποτέλεσμα ασφαλές και πλήρες σταθεράν υπομονήν».
Τον δίκαιον και πρωτόθρονον της Εκκλησίας ημών Άγιον Ιεράρχην και απόστολον του Χριστού ικετέυσωμεν και ημείς, αδελφοί μου, μετά του υμνωδού λέγοντες: «Απόστολε Χριστού, και αυτόπτα και μάρτυς, Ιάκωβε σοφέ, Αδελφόθεε μάκαρ τους πίστει εορτάζοντας το σεπτόν σου μνημόσυνον, ελευθέρωσον των συνεχόντων πταισμάτων, ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, τους ουρανούς εμβατεύων, δυνάμει του Πνεύματος». Αμήν.
Μετά την διανομήν του αντιδώρου ο Μακαριώτατος και η συνοδεία Αυτού ενδεδυμένοι, ακολουθούντων των πιστών, ανήλθον τας βαθμίδας του Αγίου Ιακώβου. Εις την κορυφήν αυτών προ του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου ηνώθησαν τη Πατριαρχική Συνοδεία οι αναμένοντες ενταύθα Αρχιερείς και άλλοι Αγιοταφίται πατέρες και ψάλλοντες κατηυθύνθησαν εν πομπή προς την θύραν του Κεντρικού Μοναστηρίου. Διερχόμενοι δι’ αυτής ελάμβανον τα κατά την συνήθειαν αρτίδια ευλογίας. Εξελθόντες εκ του Μοναστηρίου ανήλθον εις την αίθουσαν του Θρόνου εις το Πατριαρχείον. Ενταύθα ανεπέμφθη δέησις, εψάλη ο Πατριαρχικός πολυχρονισμός και ο Μακαριώτατος εξεφώνησε την κάτωθι προσφώνησιν:
«Ευφραίνεται επί σοι, η Εκκλησία Σου Χριστέ κράζουσα: Συ μου ισχύς Κύριε, και καταφυγή και στερέωμα», ψάλλει ο υμνωδός της Εκκλησίας.
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ευφραίνεται η Εκκλησία των Ιεροσολύμων και μετ’ αυτής η γεραρά Αγιοταφιτκή ημών Αδελφότης επί τα ιερά μνημόσυνα του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, του αναδειχθέντος πρώτου Ιεράρχου των Ιεροσολύμων, αλλά και αμέσου διαδόχου των Αποστόλων.
Η εορτή της μνήμης τόσον του Αγίου Ιακώβου, όσον και των Αγίων θεοσέπτων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης αποτελούν γεγονότα, τα οποία καθώρισαν την αρχήν, το μέσον, αλλά και το τέλος της ιστορίας των Ιεροσολύμων. Και κατά συνέπειαν την ιεράν αποστολήν της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, η οποία Αδελφότης αναδεικνύεται με την σειράν της ο θεματοφύλαξ των μαρτυρίων της αγάπης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης του σεσαρκωμένου Λόγου του Θεού, Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού.
Την αποστολήν δε ταύτην συνεχίζει αδιακόπως μέχρι σήμερον το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων δια των Ιεραρχών και Πατριαρχών αυτού: «Διαδέχεται». λέγει ο ιστορικός Ηγήσιππος, «την Εκκλησίαν μετά των Αποστόλων ο αδελφός του Κυρίου Ιάκωβος, ο ονομασθείς υπό πάντων δίκαιος από των του Κυρίου χρόνων μέχρι και ημών» ( Ευσ. Εκκλησιαστ. ΙΙ, 23).
Την άχρι σήμερον αποστολικήν διαδοχήν του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, την οποίαν εστερέωσεν η εις Χριστόν πίστις των μεγάλων θεοστέπτων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης ευχαριστιακώς τιμά και γεραίρει η Αγιοταφιτών σύναξις.
Τούτου ένεκεν η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ευφραίνεται και συν αυτή άπαν το γένος το ευσεβές των Ρωμαίων Ορθοδόξων.
Ευφραίνεται δε η Αγία των Ιεροσολύμων Εκκλησία εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εξ ου ο σήμερον τιμώμενος πρωτόθρονος Ιεράρχης αυτής «είληφεν», ως λέγει ο υμνωδός, «και τοις πάσι μετέδωσεν τον φωτισμόν και την γνώσιν της δικαιοσύνης του υπέρ ημών σταυρωθέντος και αναστάντος Σωτήρος ημών Χριστού». Έτη πολλά και ειρηνικά.
Η εορτή έληξεν εν ευχαριστία τω Θεώ πάντων ένεκεν με τον αδελφικόν ασπασμόν, τον ασπασμόν της χειρός και τον πολυχρονισμόν του Μακαριωτάτου.
Εκ της Αρχιγραμματείας
Η πρωτότυπη είδηση σε πολυτονική γραφή με τις συνοδευτικές φωτογραφίες βρίσκεται στην Πύλη ειδησεογραφίας του Πατριαρχείου στον σύνδεσμο http://www.jp-newsgate.net/gr/2010/11/05/2276/