Κυριακή, 25 Φεβ, 2024
ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ. Ταρασίου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Ρηγίνου επισκόπου Σκοπέλου, Μαρκέλλου ιερομάρτυρος, Αλεξάνδρου μάρτυρος του εν Θράκη.

Ο Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

«Ο τρόπος τελέσεως της Θείας Λειτουργίας»


«Προσπαθούσα, πάντοτε, κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να βρίσκομαι μέσα στο Ιερό Βήμα. Και, τούτο, διότι ήθελα από πολύ κοντά να παρακολουθώ τον π. Πορφύριο, πώς τελούσε την αναίμακτη αυτή θυσία. Και δεν το μετάνιωσα για την προσπάθειά μου αυτή. Αντίθετα, και σήμερα δηλώνω απερίφραστα, πως, εάν ζούσε ο αείμνηστος Γέροντας θα έκανα, πάλι, το ίδιο. Γιατί, εκεί έζησα στιγμές συγκινητικές και απερίγραπτες! Εκεί μέσα άκουσα να συνομιλούν, τα  κάτω με τα άνω! Εκεί μέσα είδα έναν Παππούλη, να υψώνει τα άγια χεράκια του προς τον Ύψιστο, όπως ακριβώς τα μικρά και αγνά παιδάκια κατά την ώρα της Προσκομιδής! Ιδίως αυτό το τελευταίο με είχε, κυριολεκτικά, συγκλονίσει! Γιατί, ο π. Πορφύριος, όλο αυτό το Θείο Μυστήριο το ζούσε στην πραγματικότητα! Και αυτό το έδειχνε με τον τρόπο, που χρησιμοποιούσε το πρόσφορο. Δεν το θεωρούσε σαν μια προσφορά. Αλλά νόμιζε και πίστευε ότι την ώρα εκείνη κρατούσε το ίδιο το σώμα του Χριστού. Για αυτό και κάθε φορά που το έκοβε, πονούσε η ψυχούλα του, γιατί ήταν περισσότερο από βέβαιος, ότι την ώρα εκείνη, κόβει το ίδιο το σώμα του Ιησού! Στις δε ευχές, που έλεγε κατά το χρόνο της Προσκομιδής των Θείων Δώρων, έδιδε τέτοια έμφαση και τέτοιο τόνο και χρώμα, που συγκλόνιζαν, ακόμη και τον πλέον άπιστο και βάρβαρο στην ψυχή! Μου είναι αδύνατον να λησμονήσω τον τρόπο, που εδέετο υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων! Αυτό το: μνήσθητι Κύριε του δούλου σου τάδε, το έλεγε και το ζητούσε από το Θεό με τόση γλυκύτητα και με τέτοιο παρακλητικό τόνο, που ήταν αδύνατον να του το αρνηθεί, όχι  ο Θεός που είναι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος και γεμάτος αγάπη, αλλά και ο μεγαλύτερος εγκληματίας ολόκληρης της οικουμένης!

Ακόμη, είχα παρατηρήσει, ότι ο Παππούλης, καθ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, έδινε την εντύπωση, πως ούτε ακούει, ούτε βλέπει, ούτε έχει καμιά επαφή με τον έξω κόσμο. Εκείνος ζούσε στο δικό του κόσμο. Παρά ταύτα εγώ ούτε εκεί δεν τον άφηνα ήσυχο. Κάθε τόσο τον πλησίαζα όλο και περισσότερο, για να του δείξω την αγάπη μου. Και εκείνος, ανταποκρινόμενος πλήρως, με σταύρωνε στο μέτωπό μου, πότε με την Ιερά Λαβίδα, πότε με το Σταυρό του και άλλοτε με ό,τι Θείο κρατούσε στα άγια χεράκια του την ώρα εκείνη.

Και όταν ο Παππούλης σταύρωνε, δεν έκανε απλώς, το σημείο του Σταυρού, όπως συνήθως, γίνεται από τους ιερείς, αλλά πίεζε με τόση πίστη και δύναμη το μέτωπό μου να αιμορραγεί, χωρίς στην πραγματικότητα, να συμβαίνει κάτι τέτοιο ποτέ.

Όμως, μια φορά, που βρισκόμουν πλησίον της Αγίας Τραπέζης και παρακολουθούσα τον Παππούλη πώς κάλυπτε το δισκάριο με το Σταυρό, (Σχήμα Σταυρού)- μου διαφεύγει η ονομασία-, με σταύρωσε με αυτόν, τόσο δυνατά, που όχι μόνον πόνεσα φοβερά, αλλά νόμισα, πως άνοιξε το μέτωπό μου στα τέσσερα (!) και προσπάθησα να… σκουπίσω τα αίματα με το δεξί μου χέρι, χωρίς βέβαια να υπάρχουν και χωρίς να μου έχει δημιουργήσει την παραμικρή αμυχή, στο σημείο που με σταύρωσε! Ωστόσο, τα μάτια μου βούρκωσαν από τον ισχυρό πόνο και μόνο από ντροπή δεν έκλαψα! Μετά από αυτό το περιστατικό, δεν τόλμησα ξανά να τον πλησιάσω! Παρακολουθούσα από μακριά.

Επίσης, εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει σε βαθμό υπερθετικό, ήταν ο τρόπος με τον οποίο περισυνέλεγε τα Θεία Μαργαριτάρια! Η επιμέλειά του, η ευλάβειά του, η προσοχή του και ο φόβος μήπως παραπέσει κανένα από αυτά, δεν είχαν προηγούμενο! Ίδρωνε, στην κυριολεξία, από την αγωνία του!

Τέλος, θα το θεωρούσα, τουλάχιστον, μεγάλη παράλειψη, εάν δεν ανέφερα, έστω και δύο λέξεις, για τον τρόπο, που έψαλλε ο π. Πορφύριος.

Η ψαλμωδία του Παππούλη δεν είχε καμία σχέση με τις συνηθισμένες ψαλμωδίες, που ακούμε σήμερα στους περισσότερους Ιερούς Ναούς. Αλλά είχε κάτι το εντελώς, ξεχωριστό. Ήταν πολύ λιτή, απέριττη, σιγανή και απαλλαγμένη από κορώνες και «γαργαριτά», που θυμίζουν ανατολίτικα τραγούδια και «αμανέδες» και απέφευγε, συστηματικά, να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι τις στερείτο.

Εκείνο που τον ενδιέφερε, ήταν να προφέρει σωστά και καθαρά ό,τι έψαλλε και να γίνεται αυτό κατανοητό από το Εκκλησίασμα αφ’ ενός και να έχει άμεση και συνεχή επαφή με το Θείο, αφ’ ετέρου. Και τα πετύγχανε και τα δύο! Γιατί είχε μεγάλη πίστη στο Θεό κα τον αγαπούσε, όσο τίποτε άλλο στον Κόσμο!

Για αυτό και ο Θεός τον εδόξασε «έτι ζώντα»!

 

Ας τον τιμήσουμε κι εμείς τώρα, που κοιμήθηκε……»

 

Πηγή υλικού

Ανάργυρου Καλλιάτσου, Ο Πατήρ Πορφύριος Ο Διορατικός, Ο Προορατικός, ο Ιαματικός, Ιερόν Γυναικείον Ησυχαστήριον «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Ε΄ Έκδοση, Αθήναι 2002, σ. 54-56

 

Επιλογή υλικού

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου, Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων



Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 66 επισκέπτες.