Κυριακή, 18 Νοε, 2018
Θ ΛΟΥΚΑ. Πλάτωνος, Ρωμανού, Αναστασίου νεομαρτύρων Παραμυθίας.

Ο Μωσαϊκός Χάρτης της Μαδηβά


Ο Μωσαϊκός Χάρτης  της Μαδηβά

Αρχές της δεκαετίας του 1880 ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς κατοίκους του Αλ Κάρακ, ανατολικά της Νεκράς Θάλασσας. Πριν από αυτήν την περίοδο, οι πιστοί και των δύο θρησκειών ζούσαν ειρηνικά στην πόλη. Τα προβλήματα όμως σύντομα οδήγησαν μια ομάδα Χριστιανών να εγκαταλείψει την πόλη. Αφού παρουσίασαν μία αναφορά στην Τουρκική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη, τους επετράπη να εγκαταστήσουν στη Μαδηβά ένα τεράστιο τεχνητό ανάχωμα, 30 χιλιόμετρα νότια του Αμμάν. Η κυβέρνηση έδωσε άδεια να οικοδομηθούν εκκλησίες, αλλά αποκλειστικά στα σημεία όπου προϋπήρχαν Εκκλησίες στην αρχαιότητα. Υπήρχαν πράγματι τέτοια σημεία, χωρίς αμφισβήτηση, καθώς η Μαδηβά είχε υπάρξει μια ακμάζουσα πόλη κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από τον 4ο έως 7ο αιώνα. Στους Μέσους Χρόνους άρχισε να παρακμάζει, να χάνει τον πλούτο, τη δόξα και τη σπουδαιότητά της και να καταλήγει σε ένα φτωχό και αδύναμο χωριό, υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Γύρω στα 1850 η Μαδηβά ήταν ένας σωρός από ερείπια με λίγους κατοίκους, ένα άθλιο αλλά σεβάσμιο ερείπιο.

Οι μετανάστες από το Αλ Κάρακ αφαίρεσαν τα συντρίμμια τμηματικά από τα ακόμα ορατά θεμέλια τείχη των αρχαίων Εκκλησιών. Κατά τη διάρκεια των εργασιών οι Ελληνορθόδοξοι Χριστιανοί ανακάλυψαν, το 1884, ένα υπέροχο μωσαϊκό χάρτη. Αποτελούσε μέρος του πατώματος ενός μεγάλου Καθεδρικού, αλλά είχε καλυφθεί πλήρως από συντρίμμια και λίθους. Τα διασωθέντα τμήματα του μωσαϊκού βάναυσα επισκευάστηκαν και ενσωματώθηκαν στο πάτωμα του νέου αλλά μικρότερου Ναού του Αγίου Γεωργίου.

Ο Μακαριώτατος Νικόδημος, ο Ελληνορθόδοξος Πατριάρχης Ιεροσολύμων και πάσης Παλαιστίνης πληροφορήθηκε για την ανακάλυψη το ίδιο έτος, χωρίς όμως να γίνει καμία ενέργεια. Περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα, το 1896, όταν ο βιβλιοθηκονόμος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, Σεβασμιότατος π. Κλεόπας Κοικυλίδης, ήρθε στη Μαδηβά, είδε τα θαυμάσια τμήματα του μωσαϊκού χάρτη, περίπου 30 τετραγωνικών μέτρων και αμέσως αναγνώρισε την αξιοσημείωτη αξία του. Έφτιαξε ένα ακριβές και αξιόπιστο προκαταρκτικό σκίτσο του χάρτη σε χαρτί διαγράμματος και εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με ερμηνευτικά σχόλια στην ελληνική (1897) με τίτλο: «Ο Γεωγραφικός Μωσαϊκός Χάρτης της Μαδηβά για τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο». Ακολούθως, προσκυνητές άρχισαν να επισκέπτονται τη Μαδηβά, η οποία δεν ήταν εύκολα προσβάσιμη. Τα πλήθη των σχεδίων, περιγραφών, άρθρων και ερμηνευτικών σχολίων που εκδίδονταν από μελετητές από όλο τον κόσμο τράβηξαν τη διεθνή προσοχή. Το 1906 εκδόθηκε η πρώτη έγχρωμη αναπαραγωγή του χάρτη της Μαδηβά. Το έργο, αποτελούμενο από 10 λιθογραφικές πλάκες, βασισμένο σε σχέδια, όχι φωτογραφίες, εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα P. Palmer και τον Καθηγητή Dr. H. Guthe. Ήταν μια εκπληκτική δημιουργία, όμως όχι μια αξιόπιστη αναπαραγωγή, καθώς ήταν αδύνατον να σχεδιαστούν με ακρίβεια οι 700.000 με 800.000 λίθοι του μωσαϊκού. Το 1965 ο χάρτης αποκαταστάθηκε πλήρως, διατηρήθηκε και διαφυλάχθηκε από τον Dr. Heinz Cuppers και τον Heinrich Brandt, υπό την καθοδήγηση του Herbert Donner. Την 15 Νοεμβρίου 1965 ο τελέστηκαν τα επίσημα αποκαλυπτήρια του μωσαϊκού χάρτη παρόντος του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων και πάσης Παλαιστίνης Βενεδίκτου Α΄ και πλήθους πολιτικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων.

Ο Μωσαϊκός Χάρτης της Μαδηβά αποτελεί μία από τις κύριες πηγές για το χαρακτήρα και την τοπογραφία της Βυζαντινής Παλαιστίνης, δυτικά και ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού και της Νεκράς Θάλασσας, όπως επίσης και της Αιγύπτου. Είναι ο πιο παλιός διασωθείς χάρτης της Παλαιστίνης εκτός από ένα μικρό τμήμα των ονομαζόμενων Peutinger Plates (Πλάκες του Peutinger). Αυτές οι πλάκες, που τώρα βρίσκονται στη Βιέννη, αποτελούν ένα οδικό χάρτη όλης της Ρωμαϊκής - Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που χρησιμοποιείτο κυρίως για διοικητικούς σκοπούς. Αν και ανάγεται στον 4ο αιώνα μ.Χ. αυτός ο οδικός χάρτης έχει διασωθεί μόνο σε μεσαιωνικό αντίγραφο. Ο χάρτης της Μαδηβά δημιουργήθηκε τον 6ο αιώνα, πιθανότατα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565). Η βάση για αυτή τη χρονολόγηση του χάρτη ανάγεται στο γενικό ύφος του και στο ιδιαίτερο περιεχόμενό του.

Θέματα ύφους / ρυθμού είναι δύσκολο να προσδιοριστούν. Τα μωσαϊκά πεζοδρόμια στα πατώματα της Εκκλησίας ήταν σχετικά κοινά στη Χριστιανική Βυζαντινή Αυτοκρατορία γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Μια γενική υφολογική σύγκριση με άλλα παραδείγματα δεν οδηγεί σε πειστικά συμπεράσματα. Η χρονολόγηση του μωσαϊκού χάρτη υποβοηθιέται από τη συγκέντρωση και σύγκριση άλλων παρόμοιων παραστάσεων. Υπάρχουν άλλες συγκρίσιμες μωσαϊκές παραστάσεις σε πόλεις και χωριά: στην Αντιόχεια περίπου το 450 μ.Χ., στις Εκκλησίες του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή και των Αγ. Πέτρου και Παύλου στα Γέρασα με χρονολογία 529-533, τα υπέροχα μωσαϊκά από το Μαχίν με χρονολογία 719-720 μ.Χ. και πρόσφατα αυτά της Εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου στο Ουμ-αρ-Ρασας. Όλα τα παραπάνω έχουν διαφορετικό ύφος από το χάρτη της Μαδηβά. Αποδίδουν εικονογραφημένες παραστάσεις των πόλεων ιδωμένων από μπροστά. Αυτή η μορφή απεικόνισης μπορεί επίσης να βρεθεί στο χάρτη της Μαδηβά, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Οι πιο μεγάλες και πιο σημαντικές πόλεις και χωριά απεικονίζονται σε μορφή παρόμοια με τα δικούς μας πολιτικούς χάρτες, ιδωμένες από ψηλά.

Ο μωσαϊκός χάρτης μοιάζει με χαρτογραφική απεικόνιση δύο προσκυνηματικών αναφορών από τον 6ο αιώνα: η πρώτη γράφτηκε από τον Αρχιδιάκονο Θεοδόσιο (ανάμεσα 518 και 530), ενώ η άλλη από έναν ανώνυμο προσκυνητή από την Πιασέντζα (μετά το 570). Σε αυτές μπορούμε να προσθέσουμε και την ονομαστή Breviarius de Hierosolyma, μια σύντομη περιγραφή των Ιεροσολύμων από το 550 μ.Χ., που περιέχει μόνο μια περιγραφή την Αγίας Πόλεως.

Στην παράσταση των Ιεροσολύμων παρατηρείται η Νέα Βασιλική την Παναγίας, η Νέα Θεοτόκος, η οποία οικοδομήθηκε από τον Αυτοκράτορα Ιουστιανιανό και εγκαινιάστηκε την 20 Νοεμβρίου 542 μ.Χ. Επίσης τέσσερις Ναοί που απεικονίζονται στο χάρτη αναφέρονται για πρώτη φορά από τον ανώνυμο προσκυνητή από την Πιασέντζα: ο Ναός στα Γάλγαλα, ο Ναός των Αιγυπτίων Μαρτύρων κοντά στη Ασκάλωνα, ο Ναός του Αγίου Βίκτορα κοντά στη Γάζα και ο Ναός του Ζαχαρία. Αν λάβουμε υπόψη ότι η Παλαιστίνη καταστράφηκε το 614 από τους Πέρσες υπό τον Χοσρόη Β΄ καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο χάρτης της Μαδηβά δημιουργήθηκε το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ., ίσως κατά τη διάρκεια ζωής του Ιουστινιανού, δηλαδή πριν το 565.

Δυστυχώς, είναι δύσκολο να ανακατασκευαστεί η ιστορία της Εκκλησίας και του χάρτη. Το μωσαϊκό παρουσιάζει ίχνη διαφόρων ειδών ζημιάς και επιδιόρθωσης. Κάποια στιγμή, άγνωστο το πότε, η Εκκλησία παραδόθηκε στις φλόγες. Δοκάρια και δοκοί έπεσαν πάνω στο πολύτιμο μωσαϊκό και κατέστρεψαν μέρη αυτού, ειδικά την περιοχή που αναπαριστούσε τη Νεάπολη, όπου οι λίθοι του μωσαϊκού είχαν απανθρακωθεί. Άλλα σημεία ίσως έχουν ολοκληρωτικά καταστραφεί, όπως ένα μεγάλο τμήμα στο κέντρο (Νεκρά Θάλασσα) και τμήματα πέρα από τα τωρινά άκρα. Επίσης άλλες ζημιές αποκαταστάθηκαν στην αρχαιότητα με την επαναχρησιμοποίηση των κύβων του ίδιου του πεζοδρομίου, ιδιαίτερα ανθρώπινες παραστάσεις, όπως τους ναύτες στη Νεκρά Θάλασσα ή το λιοντάρι κυνηγώντας μια γαζέλα στην Ανατολική Κοιλάδα του Ιορδάνη, όπως επίσης και κάποιες επιγραφές. Αυτό το γεγονός καταδεικνύει την εικονομαχία, είτε από τον περίφημο εικονομάχο Yazid Β΄ (720-724) είτε από βεδουίνους σε μετέπειτα χρόνους. Είναι πιθανό ο Ναός του Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά να χρησιμοποιείτο ήδη τον 8ο αιώνα, τότε που η Μαδηβά παραδόθηκε στους Μουσουλμάνους και δεν κατακτήθηκε, ούτε καταστράφηκε. Στην περίπτωση αυτή η καταστροφή από πυρκαγιά θα επήλθε αργότερα. Κατά τους Μέσους Χρόνους οι Εκκλησίες της Μαδηβά δεν χρησιμοποιούνταν. Αργότερα, τα απομεινάρια του μωσαϊκού χάρτη διαβρώθηκαν ξανά και ξανά, από εκσκαφείς τάφων, που προκάλεσαν τις ζημιές σε σχήμα πατούσας στη Νεκρά Θάλασσα, από το κλίμα, από τρωκτικά και τελικά από την ανοικοδόμηση του Ναού μετά το 1884. Τότε, όταν οι πυλώνες αναγέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στο μωσαϊκό, έγιναν επισκευές με τη χρήση τσιμέντου, κυρίως γκρι και καφέ.

Τα διασωθέντα απομεινάρια του μωσαϊκού χάρτη είναι πολύ εντυπωσιακά και κατατοπιστικά. Η Αγία Γη με τα Ιεροσόλυμα στο κέντρο -ο Ομφαλός της Γης- φαίνεται από τα δυτικά. Ο χάρτης είναι προσανατολισμένος προς τα ανατολικά, όχι προς το βορρά, ανταποκρινόμενος στον προσανατολισμό όλων σχεδόν των Χριστιανικών Εκκλησιών. Τα διατηρημένα σπαράγματα παρουσιάζουν τον Ιορδάνη ποταμό να χύνεται στη Νεκρά Θάλασσα, τα ανατολικά βουνά μέχρι το Αλ Κάρακ, το βόρειο τμήμα των κεντρικών βουνών της Παλαιστίνης μέχρι το Ναμπλούς, το νότιο τμήμα των ίδιων βουνών μέχρι το Αλ-Χαλίλ και το Μπετ-Γκιμπρίν, τους λόφους δυτικά των βουνών, την Παλαιστινιακή παράκτια περιοχή με το Αζντούντ, την Ασκάλωνα και τη Γάζα, την ανατολική έρημο με το Μπορ-αλ-Σαμπά, τμήματα της Μεσογείου και εν τέλει το Δέλτα του Νείλου. Η παρούσα έκταση υπολογίζεται σε 10,5 μ. σε μήκος και περίπου 5 μ. σε πλάτος. Αν λάβουμε υπόψη την έλλειψη ομοιομορφίας των σπαραγμάτων, η επιφάνεια των υπαρχόντων σπαραγμάτων είναι περίπου τριάντα τετραγωνικά μέτρα. Για αυτό χρειάστηκαν 700.000 έως 800.000 μωσαϊκοί κύβοι.

Η παρούσα έκταση, ωστόσο, δεν είναι η πρωτότυπη. Προς τα βόρεια υπάρχουν δύο απομονωμένα σπαράγματα που ανήκουν στο χάρτη: ένα μέρος της Γαλιλαίας, ένα μέρος της περιοχής της φυλής των Ζεμπουλούν και ένα τρίτο σπάραγμα, που παρουσιάζει τη Σαρέπτα, τώρα εντελώς σβησμένο, το οποίο ίσως να μην αποτελεί μέρος του χάρτη. Το σπάραγμα της περιοχής της φυλής των Ζεμπουλούν βρίσκεται περίπου 10 μ. αριστερά της Ιερουσαλήμ. Αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι ο χάρτης εκτεινόταν προς το νότιο μέρος της Φοινικικής ακτής. Προς το νότο σίγουρα αναπαρίστανται το Όρος Σινά, η Αλεξάνδρεια και το Μοναστήρι του Αγίου Μηνά, η Μέμφιδα και η Ηλιούπολη, ίσως και η Θήβα. Προς τα ανατολικά ο πρωτότυπος χάρτης τελείωνε πέρα από το Αλ-Κάρακ, όπου ξεκινά ο έρημος. Ένα παραπέτασμα διαχώριζε το μωσαϊκό χάρτη σε αυτό το σημείο από το ονομαζόμενο schola cantorum. Πιθανότατα η Δαμασκός, τα Βόστρα και η Φιλαδέλφεια επίσης απεικονίζονταν, ενώ έχουν διασωθεί απομεινάρια από μια επιγραφή αναφερόμενη στην Πέτρα. Στα δυτικά η Μεσόγειος Θάλασσα αποτελεί το φυσικό σύνορο. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν κατά τη διάρκεια των έργων αποκαταστάσεως το 1965, ο πρωτότυπος χάρτης υπολογιζόταν σε περίπου 15,60 μ. μήκος και 6,00 μ. σε πλάτος, δηλαδή 93 τετραγωνικά μέτρα.

Οι λεπτομέρειες που αναπαρίστανται, αναφέρονται στη φυσικά και ιστορική γεωγραφία της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη παραστάσεων:

Α. Το φόντο, ιδιαίτερα ερήμους, πεδιάδες και μεγαλύτερες κοιλάδες σε κιτρινωπό λευκό χρώμα, βουνά σε καφέ, πράσινο, μπλε, ροζ και κίτρινο, νερά σε μπλε, καφέ και μαύρο χρώμα.

Β. Τα σύμβολα των πόλεων, χωριών, Εκκλησιών, άλλων κτιρίων, ανθρώπινων μορφών, ζώων, φυτών, φυσικών χαρακτηριστικών διαφορετικών ειδών, κλπ.

Γ. Τις Ελληνικές επιγραφές. Αυτές ποικίλουν. Άλλες είναι μαύρες σε ανοιχτό φόντο, άλλες λευκές σε μαύρο φόντο, άλλες κόκκινες για σημαντικά θέματα. Άλλες ανήκουν σε πόλεις ή χωριά, άλλες ανακαλούν Βιβλικά γεγονότα ή παραθέτουν Βιβλικά κείμενα.

Όσον αφορά στη γεωγραφική αξία του χάρτη της Μαδηβά, αυτός δεν αποτελεί συλλογή από μικρές όμορφες εικόνες με επιγραφές, που εικονογραφούν την Ιερά Βίβλο. Πρόκειται για ένα γεωγραφικό και τοπογραφικό χάρτη. Είναι χαρτογραφικά σωστός μέχρι ένα αξιοσημείωτο επίπεδο και δεν είναι μόνο ο πιο παλιός, αλλά επίσης ο πιο ακριβής χάρτης της Παλαιστίνης πριν την εμφάνιση της σύγχρονης χαρτογραφίας το 19ο αιώνα. Η χαρτογραφική ακρίβεια μπορεί να αναγνωριστεί σε φυσικές και ιστορικές λεπτομέρειες, χωρίς όμως να αποκλείονται γεωγραφικές και τοπογραφικές ανακρίβειες, που σε καμιά περίπτωση δε μειώνουν την υψηλή αξία του χάρτη.

Ο μωσαϊκός χάρτης της Μαδηβά είναι γεμάτος από λεπτομερείς πληροφορίες για την τοπογραφία και την ιστορία της Βυζαντινής Παλαιστίνης. Ο δημιουργός του μωσαϊκού στηρίχθηκε σε πηγές, που ήταν διαθέσιμες στη βιβλιοθήκη της Μαδηβά το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα. Η βασική πηγή για το χάρτη ήταν η Ιερά Βίβλος στην Ελληνική γλώσσα, η οποία χρησιμοποιήθηκε όχι τόσο ως πηγή λεπτομερειών, όσο για τη γενική ιδέα. Επίσης ο δημιουργός χρησιμοποίησε τα πιο παλιό γεωγραφικό λεξικό στη Βίβλο, το περίφημο «Ονομαστικό των Βιβλικών Ονομάτων των Περιοχών», γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα από τον Επίσκοπο Ευσέβιο Καισαρείας περίπου το 320 μ.Χ. και μεταφρασμένο στην Λατινική από τον Άγιο Ιερώνυμο πριν το 400 μ.Χ. Αυτό το ανεκτίμητο λεξικό δεν ήταν μόνο βασική πηγή για το χάρτη της Μαδηβά, αλλά αποτελεί ακόμα μια από τις βασικές πηγές της τοπογραφικής έρευνας για τη Βυζαντινή Παλαιστίνη. Πιθανολογείται ότι ο δημιουργός του χάρτη χρησιμοποίησε και άλλα βιβλία για το χάρτη, όπως τα δύο έργα του περίφημου Ιστορικού Φλάβιου Ιωσήφ, «Ο εβραϊκός πόλεμος» και «Οι εβραϊκές αρχαιότητες», γραμμένα στην Ελληνική. Επίσης έργα των Πατέρων, που βρίσκονταν στην εκκλησιαστική βιβλιοθήκη, ειδικά Βιβλικά σχόλια από τον Ωριγένη και τον Άγιο Ιερώνυμο. Σίγουρα ο δημιουργός του χάρτη χρησιμοποίησε Βυζαντινούς οδικούς χάρτες. Πιθανόν επίσης ο δημιουργός να έκανε χρήση των Βυζαντινών διαδρομών, που περιέχονταν στην περίφημη συλλογή "Itinerarium Antonini", η οποία υπήρχε στη βιβλιοθήκη της Μαδηβά. Σίγουρα όμως ο ίδιος ο δημιουργός ήταν εξοικειωμένος με την περιοχή, καθώς οι οριοθετήσεις που έκανε ήταν μεγάλης ακριβείας.

Ουσιώδης σκοπός της δημιουργίας του μωσαϊκού χάρτη της Μαδηβά είναι η σύλληψη της εξαιρετικής ιδέας, εντελώς άγνωστης πριν τον 6ο αιώνα, να απεικονιστεί η ιστορία της σωτηρίας του Κυρίου σε ένα χάρτη. Στο μωσαϊκό χάρτη, τόσο η Καινή όσο και η Παλαιά Διαθήκη αναπαρίστανται και προβάλλονται οι ιεροί τόποι. Άλλος σκοπός ήταν η παροχή πληροφοριών για τους Χριστιανούς προσκυνητές. Επιπλέον σκοπός ήταν η αμιγώς λατρευτική λειτουργία. Η θεία Λειτουργία συνειδητοποίησε και πραγμάτωσε την ιστορία της σωτηρίας του Κυρίου και ο χάρτης την απεικόνισε. Η Ιερουσαλήμ στο κέντρο του χάρτη -και του κόσμου- και ο Πανάγιος Τάφος οικοδομημένος από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ως το κέντρο των Ιεροσολύμων υπογραμμίζουν την ιδέα. Τέλος η δημιουργία του χάρτη εδράζεται και σε ένα εκπαιδευτικό σκοπό του χάρτη. Η Εκκλησία του Θεού αυτοσυστήθηκε όχι μόνο ως ένας οργανισμός για τη σωτηρία και λύτρωση της ανθρωπότητας, αλλά και ως διδάσκαλος και κύριος του Χριστιανικού πολιτισμού.

Πηγή υλικού
The Mosaic Map of Madaba, An Introductory Guide, Herbert Donner, Palaestina antique 7, Kok Pharos Publishing House Kampen - The Netherlands, 1992

Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη Υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων



Επιγραφή στον είσοδο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά

Επιγραφή στον είσοδο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά

Ιερές εικόνες εκ του Ιερού του Ναού του Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά

Ιερή εικόνα εκ του Ιερού του Ναού του Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά

Ο Αρχιμανδρίτης Ιννοκέντιος στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στη Μαδηβά

Ο Μωσαϊκός Χάρτης της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Τμήμα από το Μωσαϊκό Χάρτη της Μαδηβά

Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 46 επισκέπτες.