Κυριακή, 18 Φεβ, 2018
ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ. Λέοντος πάπα Ρώμης, Αγαπητού επισκόπου Σινάου, του ομολογητού.
E-mail :info@romiosini.org.gr

'Ο κίνδυνος εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας', Σ. Κ. Τσιτσίγκου, MA, DD, PhD Αν. Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών


Η σχε­τι­κή φι­λο­λο­γί­α για την εκ­κο­σμί­κευ­ση έ­χει πά­ρει τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες με­γά­λες δια­στά­σεις[1]. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι η εκ­κο­σμί­κευ­ση α­πο­τε­λεί το πλέ­ον ου­σιώ­δες γνώ­ρι­σμα των Νέ­ων χρό­νων. Μά­λι­στα δε, ο α­εί­μνη­στος π. Α­λέ­ξαν­δρος Schmemann[2] την εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει ως την αί­ρε­ση[3] των η­με­ρών μας, αν και οι αι­ρέ­σεις και οι σέ­κτες, για λό­γους συ­σπείρωσης, εί­ναι λι­γό­τε­ρο επιρρεπείς προς την εκ­κο­σμί­κευ­ση α­πό ό,τι οι ορ­γα­νω­μέ­νες θρη­σκεί­ες και οι διά­φο­ρες Ο­μο­λο­γί­ες[4]. Η χρι­στια­νι­κή, και ι­διαί­τε­ρα η ελ­λα­δι­κή, Θε­ο­λο­γί­α, ερ­χό­με­νη εδώ και λίγες δεκαετίες, α­ντι­μέ­τω­πη με το φαι­νό­με­νο της εκ­κο­σμί­κευ­σης, φαίνεται ότι, μη λαμβάνοντάς το και τόσο σοβαρά υπόψη της, ε­νερ­γεί, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, α­νεύ­θυ­να και σπα­σμω­δι­κά: ή α­δια­φο­ρεί, ή σιωπά, ή γίνεται εχθρική και επιθετική με τον κόσμο, ή, τέλος, συμβιβάζεται με αυτόν, προ­δί­δο­ντας και ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας, έτσι, τις χρι­στια­νι­κές α­λή­θειες[5].

Στην παρούσα ει­σή­γη­ση, ως Εκ­κλη­σί­α εν­νο­ού­με, υπό την ευ­ρύ­τε­ρη έν­νοια, τη Μί­α, Α­γί­α, Κα­θο­λι­κή και Α­πο­στο­λι­κή, ε­νώ, υ­πό τη στε­νό­τε­ρη, την Ορ­θό­δο­ξη Α­να­το­λι­κή, η ο­ποί­α, κα­τά την πί­στη μας, εκ­φρά­ζει αυ­τή τη Μί­α. Ω­στό­σο, για να α­πα­ντή­σου­με στο ερώ­τη­μα για το εν­δε­χό­με­νο εκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως της Εκ­κλη­σί­ας, θα κά­νου­με χρή­ση, με κά­θε βε­βαί­ως ε­πι­φύ­λα­ξη, και ψυ­χο-κοι­νω­νιο­λο­γι­κών με­λε­τών, που διε­ξή­χθη­σαν στην αλ­λο­δα­πή (κυ­ρί­ως Α­με­ρι­κή και Ευ­ρώ­πη), ό­που, βε­βαί­ως, η δια­δι­κα­σί­α εκ­κο­σμί­κευ­σης του Χρι­στια­νι­σμού έ­χει χρονικά κα­τά πο­λύ προ­η­γη­θεί.

Ο ό­ρος εκ­κοσμί­κευ­ση[6] α­πο­τε­λεί έ­ναν νε­ο­λο­γι­σμό τής δε­κα­ε­τί­ας τού ’60, ο ο­ποί­ος, σύμφω­να με μί­α ευ­ρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νη ά­πο­ψη, υ­πο­δη­λώ­νει τον θρη­σκευ­τι­κό α­πο­χρω­μα­τι­σμό τής μο­ντέρ­νας κοι­νω­νί­ας μα­ζί με την πο­λι­τι­σμι­κή πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση του θρη­σκευ­τι­κού φαι­νο­μέ­νου, στα πλαί­σια της δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κής νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας[7]. Εδώ, πάντως, δεν θε­ω­ρού­με την εκ­κο­σμί­κευ­ση ως μια α­πλή με­ταμ­φί­ε­ση της αν­θρώ­πι­νης δυ­σα­ρέ­σκειας, α­νέ­χειας και εν γέ­νει πνευ­μα­τι­κής κε­νό­τη­τας[8]. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις προ­βλέ­ψεις των Comte, Durkheim, Weber και Marx για πα­ρακ­μή ή α­κό­μα και ε­ξα­φά­νι­ση της θρη­σκεί­ας στο ά­με­σο μέλ­λον[9], η εκ­κο­σμί­κευ­ση δη­λώ­νει ει­δι­κό­τε­ρα α) τη μεί­ω­ση της θρη­σκευ­τι­κής γε­νι­κά δρα­στη­ριό­τη­τας, β) τη μι­κρό­τε­ρη ε­πιρ­ρο­ή τής θρη­σκεί­ας στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή των αν­θρώ­πων, και γ) τη ―στο ό­νο­μα του εκ­συγ­χρο­νι­σμού και της προ­ό­δου, σύμ­φω­να με τα δι­δάγ­μα­τα της Α­να­γέν­νη­σης και του Δια­φω­τι­σμού[10]―  στα­δια­κή α­πο­ϊ­ε­ρο­ποί­η­ση της κοι­νω­νί­ας (α­πο­χρι­στια­νο­ποί­η­ση ή α­πο­εκ­κλη­σια­στι­κο­ποί­η­ση)[11], δηλ. ό­τι το υ­περ­βα­τι­κό δεν παί­ζει τό­σο ι­σχυ­ρό ρό­λο, ό­σο, του­λά­χι­στον, έ­παι­ζε στο πα­ρελ­θόν[12].

Οι σπό­ροι τής εκ­κο­σμί­κευ­σης πρωτο-ρίφθηκαν στην Εκ­κλη­σί­α τού Χρι­στού α­πό τη στιγ­μή που ο Χρι­στια­νι­σμός θε­σμο­ποι­ή­θη­κε[13] και έ­γι­νε ε­πί­ση­μη θρη­σκεί­α τού κρά­τους. Ε­ντού­τοις, η εκκοσμίκευση ιστορικά, μπορούμε να πούμε, ξεκίνησε α­πό τον 17ο (Αγ­γλι­κή Ε­πα­νά­στα­ση) και τον 18ο αιώ­να (Γαλ­λι­κή Ε­πα­νά­στα­ση), με βάση τις ιδέες τής Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Στα τέ­λη δε τού 19ου και αρ­χές τού 20ού αιώ­να, η εκ­κο­σμί­κευ­ση κα­θί­στα­ται α­ντι­κεί­με­νο ε­μπνευ­σμέ­νων κηρυγ­μά­των φημισμένων ταγών τού προ­τε­στα­ντικού κόσμου (βλ. W. Temple, J. H. Oldham, R. Niebuhr, R. L. Calhoun κ.ά.), ό­πως ε­πί­σης και επίσημη πο­λι­τι­κή τού αγ­γλι­κού Κοι­νο­βου­λί­ου (με την ε­φαρ­μο­γή τού Secularism, δηλ. τού δια­χω­ρι­σμού θρη­σκευ­τι­κών και πο­λι­τι­κών αρ­μο­διο­τή­των), και, τέ­λος, πε­ριε­χό­με­νο δια­κη­ρύ­ξε­ων οι­κου­με­νι­κών δια­σκέ­ψε­ων, ό­πως τής Στοκ­χόλ­μης (1925), της Οξ­φόρ­δης (1937), του Evanston (1954) και τού Νέ­ου Δελ­χί (1961).

Η Κοινωνιο­λο­γί­α τής Θρησκείας δια­κρί­νει την εκ­κο­σμί­κευ­ση σε α­ντι­κει­με­νι­κή (που ανα­φέ­ρε­ται στους κοι­νω­νι­κούς θε­σμούς και τον πο­λι­τι­σμό) και υ­πο­κει­με­νι­κή (που α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σω­πι­κή συ­νεί­δη­ση και το φρό­νη­μα του κα­θε­νός)[14].

Αλ­λά, τι ση­μαί­νει στην πρά­ξη εκ­κο­σμίκευ­ση της Εκ­κλησί­ας; Η εκ­κο­σμί­κευ­ση του Χρι­στια­νι­σμού, ως έ­να πο­λι­τι­σμι­κό ρεύ­μα, φαίνε­ται ό­τι στην πρά­ξη λει­τουρ­γεί κα­τά δύ­ο τρό­πους: α) ως μί­α πλή­ρης αλ­λοί­ω­ση του χρι­στια­νι­κού μη­νύ­μα­τος, δηλ. ως μί­α ρι­ζι­κή εκ­κο­σμί­κευ­ση, και β) ως η εί­σο­δος στην Εκ­κλη­σί­α ε­πί μέρους κο­σμι­κών στοι­χεί­ων, δηλ. ως έ­νας νό­θος Χρι­στια­νι­σμός.

Στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, δηλ. της πλή­ρους ταύ­τι­σης κό­σμου και Εκ­κλη­σί­ας, πε­ριτ­τεύ­ει να α­να­φέ­ρου­με ό­τι ό­χι μό­νο διασαλεύεται η ισορροπία μεταξύ ιδιοσυστασίας τής Πίστης και εκκλησιαστικής συγκατάβασης[15], με αποτέλεσμα την κατάλυση της ιδίας τής ταυτότητας της Εκκλησίας και την αποχρωμάτιση τής εκκλησιαστικής συνείδησης[16], κα­ταρ­γουμένων έτσι των ο­ρίων με­τα­ξύ α­λή­θειας και πλά­νης, αλ­λ’ α­κυ­ρώ­νε­ται και ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο τής Θ. Οι­κο­νο­μί­ας, δηλ. τό­σο η ε­γκο­σμί­κευ­ση[17] του Θ. Λό­γου Του, ό­σο και αυτός ο λόγος ύ­παρ­ξης της Εκ­κλη­σί­ας ως ά­λα­τος και φω­τός τού κό­σμου[18].

Η στα­δια­κή εκ­κο­σμί­κευ­ση συ­νι­στά μια κα­θο­λι­κή τά­ση, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την ε­ξέ­λι­ξη με­τα­τό­πι­σης του κέ­ντρου τής πνευ­μα­τι­κό­τη­τας α­πό το Θεί­ο προς μία πραγ­μα­τι­στική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα το ο­μο­λο­για­κό σύ­στη­μα α­ξιών να αντικαθίσταται με ένα κο­σμι­κό[19]. Με άλ­λα λό­για, τα θρη­σκευ­τι­κά σύμ­βο­λα κα­θί­στα­νται πο­λι­τι­σμι­κά σύμ­βο­λα[20], χρήσιμα για επαναβεβαίωση της προσωπικής ταυτότητας του «πιστού». Κα­λό και κα­κό, εκ­κο­σμι­κευόμενα, α­πο­συν­δέ­ο­νται α­πό το Υπερβατικό[21]. Οι α­ξί­ες που κυ­ριαρ­χούν πλέον, εί­ναι του υ­πο­κει­με­νι­σμού (που ε­ναλ­λάσ­σε­ται με την τής κοι­νής γνώ­μης) και της υ­λι­κής ευ­η­με­ρί­ας τού «ε­δώ και τώ­ρα»[22]· ο δε πλού­τος και η ευ­η­με­ρί­α, ως γνω­στό, συμ­βα­δί­ζουν με τον α­το­μι­κι­σμό, στον ο­ποί­ο η εκ­κο­σμί­κευ­ση α­νά­γκα­σε τις προτε­στα­ντι­κές εκ­κλη­σί­ες να κα­τα­φύ­γουν, ενώ, στη συνέ­χεια, ο α­το­μι­κι­σμός αυτός ―με την έμφασή του στις προσωπικές (πνευματικές) εμπειρίες― εξοβέλισε κά­θε πα­ρα­δο­σια­κή κοι­νό­τη­τα ε­ται­ρι­κού τύ­που (Εκ­κλη­σί­α, γέ­νος, οι­κο­γέ­νεια). Έ­τσι, ο εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νος Χρι­στια­νός, «στρογγυλεύοντας» τα δόγματα, συμ­βι­βά­ζει πο­λύ εύ­κο­λα και α­πλά ―χω­ρίς να γνω­ρί­ζει αλ­λά και χω­ρίς να εν­δια­φέ­ρε­ται να μά­θει― τη δί­αι­τα με τη νη­στεί­α, την ελαφρότητα και τους αστεϊσμούς με την λ.χ. Ακολουθία τής πε­ρι­φο­ράς τού Ε­πι­τα­φί­ου, την κοι­νω­νι­κή ε­πί­δει­ξη με την «πα­ρεύ­ρε­ση» σε βά­πτι­ση ή γά­μο κ.ο.κ. Εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α (ό­χι με την αρ­χαί­α διά­κρι­ση με­τα­ξύ α­στι­κού και μο­να­στι­κού βί­ου) ση­μαί­νει τη ―χά­ριν ό­χι της σω­τη­ρί­ας τού κό­σμου, αλ­λά, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τής «σω­τη­ρί­ας» ε­νός οι­κου­με­νι­στι­κού χρι­στια­νι­κού σχήματος[23]― ρι­ζι­κή επα­νερ­μη­νεί­α τού Ευαγ­γε­λί­ου, η ο­ποί­α φθά­νει μέ­χρι τού ση­μεί­ου να θε­ω­ρεί­ται η «θά­να­τος-Θε­ού» θε­ο­λο­γί­α π.χ. ως έ­να πο­λι­τι­σμι­κό γε­γο­νός[24]. Η Εκ­κλη­σί­α, α­ντί να προ­σλαμ­βά­νει, με­τα­μορ­φώ­νει και «εκ­κλη­σιο­ποιεί» τον κό­σμο, λει­τουρ­γώ­ντας σαν ζύμη οσμωτικά μέ­σα του, αλλά και ταυτόχρονα δια-κριτικά, πλέ­οντας, όπως η κι­βω­τός τού Νώ­ε, εν μέσω των κλυδωνίων τού βίου, συγ­χω­νεύ­ε­ται και α­φο­μοιώ­νε­ται πλή­ρως α­πό τον κό­σμο, και τε­λι­κά κα­θί­στα­ται ο­λό­κλη­ρη κό­σμος, μο­λο­νό­τι, κα­τά τον Ευαγ­γε­λι­στή Ιω­άν­νη, «ο κό­σμος εν τω πο­νηρώ κείται»[25]. Η εκ­κο­σμι­κευμέ­νη αυ­τή Θε­ο­λο­γί­α δια­πνέ­ε­ται α­πό μια νό­θα Ε­σχα­το­λο­γί­α, που στη θέ­ση, για παράδειγμα, τής Βα­σι­λεί­ας τού Θε­ού το­πο­θε­τεί τον ε­πί­γειο πα­ρά­δει­σο[26]· έ­τσι, α­ντί να εύχεται «έρ­χου Κύ­ριε»[27] και «ελ­θέ­τω η Βα­σι­λεί­α Σου»[28], λέ­ει «Κύ­ριε, μην έρ­χε­σαι, εί­μα­στε κα­λά», δηλ. α­πο­ξε­νώ­νει τού «εν ουρανώ» πο­λι­τεύ­μα­τος, α­ντί, κα­τά τον Α­δελ­φό­θε­ο Ιά­κω­βο[29] και την ε­πι­στο­λή προς Διό­γνη­τον[30], να α­πο­ξε­νώ­νει τού κό­σμου. Οι εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νοι Χρι­στια­νοί εί­ναι οι Χρι­στια­νοί τού Ντο­στο­γιέφ­σκι, οι ο­ποί­οι, αν ο Χρι­στός ξα­ναρ­χό­ταν, θα Τον ξα­να­σταύ­ρω­ναν[31]. Με άλ­λα λό­για, ε­δώ «θε­ο­ποιεί­ται» ο κό­σμος (λ.χ. η πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νη οι­κο­νο­μί­α, τα ε­θνι­κά κρά­τη, τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα κ.λπ.), τη στιγ­μή που αυ­τός ο σύγ­χρο­νος «προ­ο­δευ­τι­κός» άν­θρω­πος έ­χει, υ­πο­τί­θε­ται, α­πο-ϊ­ε­ρο­ποι­ή­σει και α­πο-δαι­μο­νο­ποι­ή­σει τη Φύ­ση και κα­θε­τί το κτι­στό. Το πα­ρά­λο­γο αυ­τό τής εκ­κο­σμικευμένης θεολογίας απολήγει α­φε­νός στη σχε­τι­κο­ποί­η­ση του κό­σμου (πράγ­μα που ψυχολογικά φέ­ρει τον άν­θρω­πο σε υπαρξιακή α­πό­γνω­ση) και α­φε­τέ­ρου σε μια ε­γκο­σμιο­κρα­τι­κή κα­τά­φα­ση της ζω­ής[32], γεγονός που του καλλιεργεί το πνεύμα τού Προ­μη­θε­ϊ­σμού. Η ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, ως γνωστό, δεν α­πο­σκο­ρα­κί­ζει τον πα­ρό­ντα κό­σμο πλα­τω­νι­κά ή γνω­στι­κι­στι­κά, αλ­λά και δεν ε­ξαρ­τά­ται απ’ αυ­τόν, συ­σχη­μα­τι­ζό­με­νη με αυ­τόν[33], κατά το παράδειγμα του Α­νι­μι­σμού και της αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής θρη­σκεί­ας· ό­πως οι πά­ροι­κοι και οι πα­ρε­πί­δη­μοι, ει­σέρ­χε­ται και ε­ξέρ­χε­ται του κό­σμου, δια­τη­ρώ­ντας την προ­φη­τι­κή αυ­το­συ­νει­δη­σί­α της. Ά­ρα, η Εκ­κλη­σί­α χρειά­ζε­ται τη στό­φα τού κό­σμου, προ­κει­μέ­νου σω­τη­ριο­λο­γι­κά να του κομίσει το Ευαγγέλιο, να τον βα­πτί­σει, να τον κα­λέ­σει στο ευ­χα­ρι­στια­κό δεί­πνο, να τον ε­ξα­γιά­σει και να τον θε­ώ­σει[34].

Μή­πως, όμως, η εκ­κο­σμι­κευ­τι­κή δια­δι­κα­σί­α τής Εκ­κλη­σί­ας ι­στορι­κά εί­ναι έ­να γε­γο­νός α­να­πό­φευ­κτο, λό­γω τής προ­όδου, ο­πό­τε εί­ναι κά­τι το θε­τι­κό και δεν πρέ­πει να μι­λά­με για κίν­δυ­νο; Ως γνω­στό, στο ό­νο­μα του Αν­θρω­πι­σμού, της ε­λευ­θε­ρί­ας και της ε­πι­στη­μο­νι­κής έρευνας[35], που γέννησε κυ­ρί­ως ο κλασσικός Ελ­λη­νι­σμός μέσω του ευρωπαϊκού Ουμανισμού[36], η πο­λι­τι­σμι­κή ε­ξέ­λι­ξη της αν­θρω­πό­τη­τας δι­ήλ­θε και διέρ­χε­ται ο­ρι­σμέ­να εκ­κο­σμι­κευ­τι­κά στά­δια[37], μια σύγ­χρο­νη μορ­φή των ο­ποί­ων ―χω­ρίς, βέβαια, να γνω­ρί­ζει κανείς την κα­τα­λη­κτι­κή τους― γί­νε­ται ο­ρα­τή πλέ­ον και στη χώ­ρα μας, ό­πως, τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών, και στη μου­σουλ­μα­νι­κή γείτο­να, και μά­λι­στα ε­κεί ε­ντο­νότερα, λό­γω των πο­λι­τι­κών πιέσεων[38].

Αλλά, πώς, α­κρι­βέ­στε­ρα, νο­ού­νται αυ­τά τα «εκ­κο­σμι­κευ­τι­κά στά­δια»; Πρό­κει­ται για μί­α ε­σω­τε­ρι­κή κί­νη­ση των ιδίων των εκ­κλη­σιών, ή για μί­α ε­ξω­τε­ρι­κή, ε­πι­βαλ­λό­με­νη (πό­τε πιο έμμεσα, πό­τε πιο δυ­να­μι­κά), χει­ρα­γώ­γη­ση; Υ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις, ό­που η εκ­κο­σμι­κευ­τι­κή κί­νη­ση ξε­κι­νά α­πό μέ­σα (α­πό τις ί­διες τις εκ­κλη­σί­ες) και πε­ρι­πτώ­σεις, ό­που η κί­νη­ση αυ­τή ξε­κι­νά απ’ έ­ξω.

Πράγ­μα­τι, κά­ποιες φο­ρές, συ­νει­δη­τά ή α­συ­νεί­δη­τα, συμ­βαί­νει ―κα­τά έ­ναν εκ­κο­σμι­κευ­τι­κό τρό­πο, που αρ­γό­τε­ρα, και για ποι­κί­λους λό­γους, μπο­ρεί παραδόξως να φα­νεί α­ντι-εκ­κο­σμι­κευ­τι­κός― μια α­να­νέ­ω­ση εκ μέ­ρους τής ιδίας τής Εκ­κλη­σί­ας, στο ό­νο­μα, εί­τε τής ε­πι­στη­μο­νι­κής/ορ­θο­λο­γι­στι­κής, εί­τε τής θε­ο­λο­γι­κής/προ­φη­τι­κής, κά­θαρ­σης της Πα­ρά­δο­σης. Τη δε­κα­ε­τί­α τού 1830, ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες Α­με­ρι­κα­νών, στο ό­νο­μα της αυ­θε­ντι­κής βί­ω­σης του Ευαγ­γε­λί­ου, ξε­χύ­θη­καν στους δρό­μους, α­παι­τώ­ντας α­πό τις πρε­σβυ­τε­ρια­νές εκ­κλη­σί­ες τους α­νά­λη­ψη πρω­το­βου­λιών για την κα­τάρ­γη­ση του θε­σμού τής δου­λο­κτη­σί­ας και την παραχώρηση πο­λι­τι­κών δι­καιω­μά­των στις γυ­ναί­κες[39]. Στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή, πα­ρα­τη­ρού­με μί­α λα­ϊ­κή εκ­κο­σμί­κευ­ση της ευαγ­γε­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α (εκ­κο­σμίκευ­ση) προ­ήλ­θε α­πό εν­δο­θρη­σκευ­τι­κές δια­φω­νί­ες και συ­γκρού­σεις πά­νω σε ζη­τή­μα­τα της τρέ­χου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Έ­τσι, και συγ­χρο­νι­κά, ε­ντός μιας Εκ­κλη­σί­ας, για πα­ρά­δειγ­μα, της ελ­λα­δι­κής, μπο­ρεί να δει κα­νείς να λει­τουρ­γούν ποι­κί­λα επίπεδα εκ­κο­σμίκευσης· με άλ­λα λό­για, οι πιο «προ­ο­δευ­τι­κοί» και εκ­συγ­χρο­νι­στές, φα­ντά­ζουν σκο­τα­δι­στές και φονταμενταλιστές α­πό κά­ποιους «πε­φω­τι­σμέ­νους», που, είτε πνευματικά, είτε κοινωνιολογικά, ί­στα­νται εγγύ­τε­ρα ή πιο μακριά από την Εκκλησία.

Α­πό την άλ­λη με­ριά, την πρω­το­βου­λί­α τής εκ­κο­σμί­κευ­σης της Εκ­κλη­σί­ας μπο­ρεί να αναλάβουν ο­ρι­σμέ­νοι κοι­νω­νι­κοί και πο­λι­τι­σμι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, η νεοτερικότητα[40] και η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση[41], η οποία, μέσω κοινωνικο-πολιτικών κινημάτων και κυρίως τής νεοεποχίτικης (βλ. Νεοπαγανισμός, Νεοουμανισμός κ.λπ.) και συγκρητιστικής λογοτεχνίας, προωθεί την ομογενοποίηση λαών ή προσώπων και τη λε­γό­με­νη «κουλ­τού­ρα της α­νε­κτι­κό­τη­τας/ε­πι­τρε­πτι­κό­τη­τας»[42].

Και πά­λι, ό­μως, ε­ρω­τά­ται: η εκ­κο­σμι­κευ­τι­κή κί­νη­ση αυ­τή α­πο­βαί­νει ε­ν τέλει σε ό­φε­λος ή σε βάρος τής Εκ­κλη­σί­ας και της κοι­νω­νί­ας (ή μό­νο τής κα­θε­μιάς α­πό τις δύ­ο); Υ­πάρχουν περι­πτώ­σεις, ό­που α­κό­μα και μί­α εκ­κο­σμί­κευ­ση, που ξεκίνη­σε από πο­λι­τι­σμι­κούς πα­ρά­γο­ντες, ε­παύ­ξη­σε ―σε βά­θος και πλά­τος― τη θρη­σκευ­τι­κή πα­ρά­δο­ση, μέ­σα στην ο­ποί­α α­να­πτύχθη­κε[43].

Και αν η εκ­κο­σμί­κευ­ση αυτή τής Εκκλησίας κι­νεί­ται λ.χ. προς τον α­το­μι­κι­σμό, τον κο­ινοτι­σμό, τον πολιτιστικό εθνικισμό, τον ορ­θο­λο­γι­σμό, την επικοινωνιακή πολιτική ή την υψηλότερη δυνα­τή η­θι­κο­ποί­η­ση και ψυχο-πνευματική «αύξηση» του κάθε πιστού προσωποκεντρικά, κα­τά πό­σο κοι­νω­νιο­λο­γι­κά όλα αυτά συ­νι­στούν εκ­κο­σμι­κευ­τι­κά μεγέ­θη, και κα­τά πό­σο συ­νά­δουν τε­λι­κά με το πνεύ­μα τής Ορ­θοδοξί­ας;

Ό­πως βλέ­που­με, λοι­πόν, δεν εί­ναι κα­θό­λου α­πλή η ερ­μηνεί­α τού φαι­νο­μέ­νου τής εκ­κο­σμί­κευ­σης[44], α­φού σε αυ­τήν ε­μπλέ­κο­νται πα­ρά­γοντες α­πό πολ­λούς και δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, ό­πως εί­ναι η Φι­λο­σο­φί­α τής Θρη­σκεί­ας, η Κοινω­νιο­λο­γί­α τής Θρη­σκεί­ας και η Ψυ­χο­λο­γί­α τής Θρη­σκεί­ας, πράγ­μα που, σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυση, κα­θι­στά α­δύ­να­τη ―στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου― μί­α πλη­ρέ­στε­ρη κά­λυ­ψη του υ­πό διε­ρεύ­νη­ση θέ­μα­τος.

Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι αυ­τό που ο­νο­μά­ζου­με κό­σμο, αλ­λά­ζει και ε­ξε­λίσ­σε­ται, ο­πό­τε και η λε­γό­με­νη εκ­κο­σμί­κευ­ση της Εκ­κλη­σί­ας μπο­ρεί να μην α­πο­τε­λεί μόνο μία εφέλκυσή της στο άρ­μα τού κό­σμου, αλ­λά μια ―αναγκαία για να καταστεί το σχήμα βιώσιμο και εφικτό― πα­ράλ­λη­λη πο­ρεί­α αμ­φο­τέ­ρων προς τα ε­μπρός, λό­γω α­κρι­βώς τής κα­θο­λι­κής δρά­σε­ως της προ­ό­δου. Η εκ­κο­σμί­κευ­ση δηλ. ε­δώ, ταυ­τι­σμένη με την υγιή πο­λι­τι­σμι­κή πρό­ο­δο, δεν συ­νι­στά κατ’ α­νά­γκη και κατ’ αρ­χήν κά­τι το αρ­νη­τι­κό για την Εκ­κλη­σί­α, εφόσον ούτε την πίστη νοθεύει, άγοντας στο πνευματικό χάος, ούτε αναθάλπει τον σκεπτικισμό και την ανασφάλεια[45]. Έ­τσι, κά­ποιες σέ­κτες στην Α­με­ρι­κή, που εκ­κο­σμι­κεύ­τη­καν και εν­σω­μα­τώ­θη­καν στον οι­κεί­ο πο­λι­τισμό, με­τα­βλή­θη­καν σε εκ­κλη­σί­ες[46]. Α­πό την έ­πο­ψη αυ­τή, και η Εκ­κλη­σί­α, ως σώ­μα πι­στών συ­νε­ξε­λίσ­σε­ται με τον κό­σμο[47]· και δεν εν­νο­ούμε με το ρή­μα «συ­νε­ξε­λίσ­σε­ται» μί­α θε­τι­κή πά­ντα, έ­τσι ό­πως την α­ντι­με­τω­πί­ζει λ.χ. ο προ­ο­δευ­τι­σμός, α­ντί­λη­ψη, δε­δομέ­νου ό­τι η ι­στο­ρί­α των θρη­σκειών δεν κι­νεί­ται πά­ντα κατά μια γραμ­μι­κή ε­ξέ­λι­ξη[48]. Η ί­δια, άλ­λω­στε, η ι­στο­ρι­κή πο­ρεί­α τού Προ­τε­στα­ντι­σμού α­πο­τε­λεί επ’ αυ­τού έ­να κα­λό πα­ρά­δειγ­μα. «Προ­ο­δευ­τι­κές» (αλ­λ’ ό­χι α­πα­ραί­τη­τα και εκ­κο­σμι­κευ­τι­κές) μορ­φές τού Προ­τε­στα­ντι­σμού ή και άλ­λων χρι­στια­νι­κών Ομολο­γιών δεν α­πο­κλεί­ουν, του­λά­χι­στον σε ε­πί­πε­δο προ­θέ­σε­ων, μια βα­θύ­τε­ρη ―πνευ­μα­τι­κό­τε­ρη― βί­ω­ση της πί­στε­ως.

Πά­ντως, μεταξύ εκκοσμικευτικού Αναγωγισμού και απαγωγικής Παραδοσιαρχίας ή Φονταμενταλισμού υπάρχει η επαγωγική επαν-ανακάλυψη της ορθόδοξης χριστιανικής Παράδοσης και πνευματικής εμπειρίας[49]. Ό­πως κα­τά κό­ρο σε σχε­τι­κά έρ­γα και α­νά­λο­γα θε­ο­λο­γι­κά συ­νέ­δρια έ­χει το­νι­σθεί, α­παι­τεί­ται, σε κά­θε ι­στο­ρι­κή στιγ­μή, η προ­σε­κτι­κή τή­ρη­ση της χρυ­σής ι­σορ­ρο­πί­ας με­τα­ξύ α­να­νέ­ω­σης και Πα­ρά­δο­σης[50]. Το μέ­τρο, πιστεύουμε, μπορεί να το δώσει αυ­τός ο «χρυ­σο­στο­μι­κός» α­πό­στο­λος της Οι­κου­μέ­νης, Παύ­λος, και έ­χει να κά­νει α­φε­νός με την πι­στή, ό­σο α­φο­ρά στο πε­ριε­χό­με­νο, δια­τή­ρη­ση της μέ­χρι την Πε­ντη­κο­στή πα­ρα­κα­τα­θή­κης, και α­φε­τέ­ρου με την οικονομία, ό­σο α­φο­ρά στην έκφραση και τη μορ­φή[51]· ω­στό­σο, κα­μί­α συ­γκα­τά­βα­ση και οικονομία δεν επιτρέπεται, ε­νό­ψει ε­νός εν­δε­χό­με­νου σκαν­δα­λι­σμού τού «πλη­σί­ον» (που δεν θα πρέ­πει, βέ­βαια, να συγ­χέ­εται με το υ­παρ­ξι­στι­κό σκάν­δα­λο τής πί­στε­ως), ε­φό­σον αυ­τό που προ­έ­χει, εί­ναι η α­γά­πη. Να τι γρά­φει σχε­τι­κά ο Φώ­της Κό­ντο­γλου: «Εκείνοι που θέλουν να χειραφετηθούν από την Παράδοσι για να φέρουν την Εκκλησία πιο σιμά στον κόσμο, αυτοί είναι ακριβώς, που ουσιαστικά την απομακρύνουν. Η Παράδοσις μας φανερώνει πως ο κόσμος μπορεί να σφραγισθή από το Πνεύμα. Η Αντιπαράδοσις μας δείχνει πως το Πνεύμα μπορεί να σκεπασθή από τον κόσμο. Όταν, λοιπόν, θεωρούν την Παράδοσι σαν ζάρωμα θρησκευτικό, σαν ολόπλευρα απόκοσμη, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να αποδεικνύουν ότι την αγνοούν και την παρεξηγούν…Γιατί αυτή είναι που παρουσιάζει σε όλες τις πτυχές της την ορθή και μόνη ευαγγελικά γνήσια επαφή με τον κόσμο»[52]. Αν δεν τη­ρη­θεί αυ­τή η χρυ­σή ι­σορ­ρο­πί­α, τό­τε τα μέ­λη τής Εκ­κλη­σί­ας κιν­δυ­νεύ­ουν να δια­βιούν εί­τε σε μια αι­ρε­τι­κή και αλ­λο­τριω­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α, εί­τε σε μια μη καν Εκ­κλη­σί­α (μο­λο­νό­τι ε­ξω­τε­ρι­κά μπο­ρεί να φέ­ρει ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γνω­ρί­σμα­τα της Εκκλη­σί­ας), για­τί για πα­ντε­λώς α­νύ­παρ­κτη «Εκ­κλη­σί­α» (έ­στω και υπό τη μορφή ενός υ­πο­κα­τά­στα­του θρησκειακά με­γέ­θους) δεν μπο­ρεί να γίνει λόγος, α­φού αφε­νός η ί­δια η κοι­νω­νί­α δη­μιουρ­γεί τη δι­κή της «θρη­σκεί­α» και α­φε­τέ­ρου μια εκ­κο­σμί­κευ­ση, που δια­γνώ­στη­κε κοι­νω­νιο­λο­γι­κά, δεν μπο­ρεί με βε­βαιό­τη­τα να υ­πο­στη­ρι­χθεί ό­τι υ­φί­στα­ται και σε προ­σω­πι­κό θρη­σκειο­ψυ­χο­λο­γι­κά ε­πί­πε­δο.

Ό­ταν κα­νείς ο­μι­λεί για κίν­δυ­νο, για ο­ποιον­δή­πο­τε κίν­δυ­νο, κιν­δυ­νεύ­ει να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί ως κιν­δυ­νο­λό­γος[53]. Υ­πάρ­χει, ό­ντως, ό­μως, έ­νας τέ­τοιος κίν­δυ­νος εδώ, εκ­κο­σμί­κευ­σης, εί­τε ο­λι­κής, εί­τε με­ρι­κής, της Εκ­κλη­σί­ας, ή απλά κινδυνολογούμε; Ας μη λησμονούμε ότι πρώ­τος αυ­τός ο Κύ­ριος και έ­πει­τα ό­λη η χο­ρεί­α των Α­πο­στό­λων και Πα­τέ­ρων τής Εκ­κλη­σί­ας, ε­ξέ­θε­σαν τους πολ­λούς και ποι­κί­λους κιν­δύ­νους, που θα α­ντι­με­τω­πί­σουν τα μέλη και όχι, βέβαια, αυτός ο θεανθρώπινος οργανισμός τής Εκκλησίας, όπου «και πύ­λαι άδου ου κα­τι­σχύ­σου­σιν αυτής»[54]. Ιδιαίτερα, ο α­πό­στο­λος των ε­θνών, Παύ­λος, προ­τρέ­πει να «γρη­γο­ρού­με», για­τί χω­ρίς τη δι­κή μας συ­νέρ­γεια, εί­ναι δυ­να­τόν να χα­θούν α­κό­μα και ο­λό­κλη­ρες το­πι­κές εκ­κλη­σί­ες, ό­πως οι ε­πτά αρ­χαί­ες εκ­κλη­σί­ες τής Α­πο­κα­λύ­ψε­ως.

Το ε­ρώ­τη­μα, πάντως, αυ­τό, για την πιθανή ή μη ύπαρξη κινδύνου εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας, έ­χει ήδη τε­θεί α­πό το 1966 στην Ευ­ρώ­πη, μεταξύ άλλων, α­πό τον John Bennett[55]. Η νη­φά­λια και α­ντι­κει­με­νι­κή α­πά­ντη­ση εκ μέ­ρους Ελ­λή­νων και ξέ­νων θε­ο­λό­γων και ει­δι­κών εί­ναι ό­τι πράγ­μα­τι αυ­τός ο κίν­δυ­νος υ­φί­στα­ται[56]. Να, για πα­ρά­δειγ­μα, πώς τον πε­ρι­γρά­φει ο Karl Heim: «Ζού­με σε μί­α ε­πο­χή, στην ο­ποί­α σε ό­λες τις πο­λι­τι­σμέ­νες χώ­ρες η πλημ­μύ­ρα τού Säkularismus α­νε­βαί­νει ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο και το πο­σο­στό ό­σων α­νή­κουν σε κά­ποια εκ­κλη­σί­α, α­κό­μα και στις αγ­γλο­σα­ξο­νι­κές χώ­ρες, κα­τέρ­χε­ται διαρ­κώς. Εν μέ­σω τής α­νερ­χό­με­νης αυ­τής πλημ­μύ­ρας πλέ­ει η κι­βω­τός τής Εκ­κλη­σί­ας. Η κι­βω­τός αυ­τή μοιά­ζει με πλοί­ο, στο κα­τά­στρω­μα του ο­ποί­ου τε­λού­νται γιορ­τές και η­χεί θαυ­μά­σια μου­σι­κή, αλ­λά στα ύ­φα­λά του υ­φί­στα­ται ρήγ­μα, δια του ο­ποί­ου εισ­ρέ­ουν τα νε­ρά, έ­τσι ώ­στε το πλοί­ο α­πό ώ­ρα σε ώ­ρα βυ­θί­ζε­ται διαρ­κώς, πα­ρό­λο που οι α­ντλί­ες του ερ­γά­ζο­νται νυ­χθη­με­ρόν»[57].

Αλ­λά, ποια ο­ρα­τά ση­μά­δια προοιωνίζονται αυτήν την εκ­κο­σμί­κευ­ση της Εκκλη­σί­ας; Πρώτον, η παναίρεση του Οικουμενισμού (και ό­χι, βέ­βαια, της οι­κου­με­νι­κό­τη­τας της Ορ­θο­δο­ξί­ας) και η άμβλυνση του ορθόδοξου αισθητηρίου, δηλ. μια εθνο-θρησκευτική εκκοσμίκευση· σπά­νια πλέον α­κού­γε­ται σήμερα δογ­μα­τ(ολογ)ι­κό κή­ρυγ­μα[58] α­ντί των κοι­νω­νι­κο-η­θι­κι­στι­κών και πα­τριω­τι­κών, ενώ, όπου αυτό ακούγεται, ακούγεται μονομερώς ο­πτι­μι­στικό[59] και αρκετά «στρογγυλεμένο». Δεύτερον, η στα­δια­κή αλ­λοί­ω­ση του περιεχομένου τής Ιεράς Πα­ρά­δο­σης: η θρησκειοποίηση και ιδιωτικοποίηση του Χριστιανισμού[60], μέσω των λεγομένων «δια­με­σο­λα­βη­τι­κών κοι­νω­νιών» (δηλ. επαγγελματικών σωματείων), ως ένα είδος νέ­ας, κα­τά τον E. Durkheim[61], εκ­κλη­σιο­λο­γί­ας[62], και ο «συμ­βι­βα­σμός» της χριστιανικής Εκκλησίας με ό­λα τα σύγ­χρο­να «εί­δω­λα» του κό­σμου τού­του[63] (α­πο­λαύ­σεις υ­λι­κών α­γα­θών, α­νέ­σεις, ι­κα­νο­ποί­η­ση σαρ­κι­κών η­δο­νών, κο­σμι­κές δό­ξες και «ε­πι­τυ­χί­ες»)· η αναχώρηση, α­κό­μα και ε­ντός ορ­θο­δό­ξων ιε­ρών Μο­νών, του ασκητικού και η­συ­χα­στι­κού πνεύ­μα­τος του Αναχωρητισμού, της κε­νώ­σε­ως, του πένθους, της με­τα­νοί­ας, της κα­τα­νύ­ξε­ως και των δακρύ­ων, και γε­νι­κά τής «στε­νής και τε­θλιμ­μέ­νης ο­δού» τού Ευαγ­γε­λί­ου[64] και η αντικατάστασή του με μια ευδαιμονιστική αντίληψη παροχής ανέσεων τουριστικού τύπου, ή με κάποιους ακτιβιστικούς πειραματισμούς· η τυ­πο­λα­τρί­α, ο ευ­σε­βι­σμός, ο θρη­σκευ­τι­κός α­δια­φο­ρι­σμός[65] (που, προ­σφυώς, έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­σθεί ως η «θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα του εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νου»)[66], η εκ­κο­σμί­κευ­ση της Παι­δεί­ας, οι α­πρό­σω­πες ε­νο­ρί­ες[67], οι πο­λι­τι­κοί γά­μοι και κη­δεί­ες, οι καύ­σεις νε­κρών, η παραθρησκεία και οι δεισιδαιμονίες (μαγεία, μαντεία, αστρολογία κ.λπ.), η μεί­ω­ση του πο­σο­στού εκ­κλη­σιά­σμα­τος[68], των γεν­νή­σε­ων και των ε­πι­πέ­δων ψυ­χο­σω­μα­τι­κής υ­γεί­ας των πιστών[69], και, αντίθετα, οι α­πο­στα­σί­ες[70], η αύξηση των αι­ρέ­σε­ων, των αυ­το­κτο­νιών με­τα­ξύ των Χρι­στια­νών, των προ­γα­μιαί­ων σχέ­σε­ων, των μει­κτών γά­μων, των δια­ζυ­γί­ων, των ε­κτρώ­σε­ων, της ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τας, και, εν γένει, η κο­σμι­κή, α­ντι­πα­τε­ρι­κή, α­ντι­πα­ρα­δο­σια­κή και α­ντι-ιε­ρο­κα­νο­νι­κή «γλώσ­σα» και συ­μπε­ρι­φο­ρά ο­ρι­σμέ­νων σύγ­χρο­νων θε­ο­λό­γων (κλη­ρι­κών και λα­ϊ­κών)[71].

Πού ο­φεί­λε­ται όλη αυ­τή η επερχόμενη αλλαγή δομών και μεθόδων τής Εκκλησίας, με όλη την πνευματική σύγχυση και ταραχή, πού συνακολουθεί; Τους λό­γους κο­σμι­κο­ποί­η­σης της Εκ­κλη­σί­ας μπο­ρού­με να διαιρέ­σου­με σε ε­ξω­τε­ρι­κούς και ε­σω­τε­ρι­κούς.

Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι με­λε­τη­τές τού φαι­νο­μέ­νου συμ­φω­νούν ό­τι ο κίν­δυ­νος πλή­ρους εκ­κο­σμί­κευ­σης της Εκ­κλη­σί­ας τού Χρι­στού ο­φεί­λε­ται, κα­τά κύ­ριο λό­γο, στην ύπαρξη και δράση τού Προ­τε­στα­ντι­σμού[72]. Ο ευρωπαϊκός και αμερικανικός Προ­τε­στα­ντι­σμός, που κυ­ριάρ­χη­σε στην πο­λιτι­κή, τη βιο­μηχανί­α, το ε­μπό­ριο και την εκ­παί­δευ­ση[73], υ­πο­νο­μεύ­ει, με τον θε­ο­λο­γι­κό του πλου­ρα­λι­σμό και σχετικισμό, τον σωτηριολογικό του φιντεϊσμό[74] και τη θεολογική του γενικότερα πολιτισμική απορροφητικότητα, αυ­τήν την ί­δια την προ­τε­στα­ντι­κή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα μέ­χρι τής τε­λι­κής της αυ­το­κα­τά­λυ­σης[75]. Σύμ­φω­να με την α­νά­λυ­ση του Wilson, ο Προ­τε­στα­ντι­σμός απογυμνώ­νει τη χριστιανική Παράδοση από τα μυ­στι­κά και μυ­στη­ρια­κά της στοι­χεί­α, κι­νού­με­νος σε έ­ναν σχε­τι­κι­σμό και αγνω­στι­κι­σμό[76], που, κα­τά τον Ernst Troeltsch, δη­μιουρ­γεί τις συν­θή­κες τού θα­νά­του του[77]. Κα­τά τον Max Weber[78], το φαι­νό­με­νο της σύγ­χρο­νης εκ­κο­σμί­κευ­σης ο­φεί­λε­ται στην (καλ­βι­νι­κή και που­ρι­τα­νι­κή) δια­δι­κα­σί­α ξε­χω­ρί­σμα­τος[79] του θρη­σκευ­τι­κού στοι­χεί­ου α­πό το μη θρη­σκευ­τι­κό μέ­σα στην κοι­νω­νι­κή ζω­ή (βλ., για πα­ρά­δειγ­μα, διεύρυνση του χά­σμα­τος με­τα­ξύ τού Θεί­ου και του «βέβη­λου» αν­θρώ­πι­νου, ε­ξο­βε­λι­σμός τού μυ­στη­ρί­ου α­πό την κα­θη­με­ρι­νή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα και χω­ρι­σμός Κρά­τους και Εκ­κλη­σί­ας) και συνε­πώς ως έ­να εί­δος «α­νε­ξαρ­τη­το­ποί­η­σης» της θρη­σκευ­τι­κής «υ­πό­θε­σης», λό­γω τού Ορ­θο­λο­γι­σμού και τής ε­πι­στη­μο­νι­κής υπερ-ε­ξει­δί­κευ­σης[80]. Πράγ­μα­τι, οι ί­διοι οι Προ­τε­στά­ντες πα­ρα­δέ­χο­νται ό­τι με τον εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο Χρι­στια­νι­σμό δό­θη­κε η χα­ρι­στι­κή βο­λή στον φι­λε­λεύ­θε­ρο Προ­τε­στα­ντι­σμό[81]. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο μεν Λου­θη­ρα­νι­σμός εί­ναι αυ­τός που δια­χώ­ρι­σε ο­ξέ­ως την πο­λι­τεί­α τού κό­σμου α­πό την πο­λι­τεί­α τού Θε­ού, αποσυνδέοντας την κο­σμι­κή α­πό τη θρη­σκευ­τι­κή ζω­ή[82], ο δε Καλ­βινι­σμός, αυτός που ε­ξέ­λα­βε τις έν­νοιες τής «α­νά­πτυ­ξης» και της «ε­πι­τυ­χί­ας» ως τις ο­ρα­τές α­πο­δεί­ξεις τής Θεί­ας ευ­λο­γί­ας. Αλλ’ η συ­στη­μα­τι­κή, θε­ο­λο­γι­κά, εκ­κο­σμί­κευ­ση του Χρι­στια­νι­σμού, μπο­ρού­με να πού­με, ξε­κί­νη­σε α­πό τον Friedrich Schleiermacher και συ­νε­χί­στη­κε με ό­λη την προ­τε­στα­ντι­κή Με­ταρ­ρύθ­μι­ση[83]· αρ­κού­μα­στε να μνη­μο­νεύ­σου­με ε­δώ την α­πο-θε­ο­ποί­η­ση της πί­στης τού Max Horkheimer[84], τον «ά-θρη­σκο Χρι­στια­νι­σμό» τού Dietrich Bonhoeffer, τη Δια­λε­κτι­κή Θε­ο­λο­γί­α τού K. Barth, τη «χρι­στια­νι­κή κο­σμι­κο­ποί­η­ση» του Friedrich Gogarten[85] και γε­νι­κά ό­λο τον Κουλ­τουρ­προ­τε­στα­ντι­σμό[86].

Έ­πει­τα, η βιο­μη­χα­νο­ποί­η­ση και η α­στι­κο­ποί­η­ση, μέ­σω τής τε­χνο­λο­γί­ας, εισάγουν ―αν και ό­χι απόλυτα ή ά­με­σα― σε μια ε­ξορ­θο­λο­γιστι­κή θε­ώ­ρη­ση της ζω­ής, που έχει σαν αποτέλεσμα την αποβολή τού μυ­στη­ρίου και του υπερ­φυ­σι­κού (βλ. Α­γνω­στι­κι­σμός, Α­θε­ΐ­α[87], Μη­δε­νι­σμός[88] και διά­φο­ρες κοι­νω­νι­κές Ου­το­πί­ες[89]), και την υποκατάστασή[90] τους με ημι-θρησκευτικούς τακτικισμούς και τη λεγόμενη «νέ­α θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα»[91], η οποία, σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση, μπο­ρεί να εί­ναι α­κό­μα και αυ­τή η «κοι­νή θρη­σκεί­α» τού Μα­μω­νά, που πε­ρισ­σότε­ρο α­πό ο­πουδή­πο­τε αλ­λού, ανθεί σήμερα στην Α­με­ρι­κή· μά­λι­στα δε, οι τρεις «θρη­σκεί­ες τής Δη­μο­κρα­τί­ας» (Ιου­δα­ϊ­σμός, Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κι­σμός και Προ­τε­στα­ντι­σμός), ό­πως έ­χουν α­πο­κλη­θεί, ό­ντας α­νοι­χτές στον πο­λι­τι­σμό και την κοι­νω­νί­α[92], τεί­νουν να αφομοιω­θούν α­πό τις α­ξί­ες αυτές τού α­με­ρι­κα­νι­κού τρό­που ζω­ής[93]. Για­τί, αν η πολυφωνία και ο πλου­ρα­λι­σμός, ι­δί­ως κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της «Οι­κουμενι­κής Κι­νή­σε­ως»[94], υ­πο­δη­λώ­νουν έ­ναν κά­ποιο σχε­τι­κι­σμό και μια εκ­κλη­σια­στι­κή «ε­νο­θε­ΐ­α», που κα­θι­στά τη θρη­σκεί­α ι­διω­τι­κή υ­πό­θε­ση[95], ο θρη­σκευ­τι­κός πλου­ρα­λι­σμός α­να­πό­φευ­κτα ο­δηγεί στην εκ­κο­σμί­κευ­ση[96]. Ε­νώ δηλ. τα πρώ­τα χρό­νια οι θρη­σκευ­τι­κές ιδέ­ες δια­δρα­μά­τι­σαν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη δια­μόρ­φω­ση του α­με­ρι­κα­νι­κού ο­νεί­ρου, σή­με­ρα οι κο­σμι­κές αυ­τές ι­δέ­ες τού Α­με­ρι­κα­νι­σμού δια­πο­τί­ζουν, με τη σει­ρά τους, τον α­με­ρικα­νι­κό Προ­τε­στα­ντι­σμό[97], φλερ­τά­ρο­ντας με την πα­λαιο­δια­θη­κι­κή «α­νά­γνω­ση» του Ιου­δα­ϊ­σμού[98]. Έ­τσι, ε­ξη­γεί­ται το πα­ρά­δο­ξο πώς η Α­με­ρι­κή, μί­α προ­ηγ­μέ­νη κοι­νωνικο-οι­κο­νο­μι­κά χώ­ρα, να εί­ναι, σε α­ντί­θε­ση λ.χ. με την Α­να­το­λι­κή Γερ­μα­νί­α[99], η πιο θρησκευό­με­νη στον κό­σμο, και ταυ­τό­χρο­να η πιο εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη[100]. Στην πε­ρί­πτω­ση, βέβαια, της α­με­ρι­κα­νι­κής θρη­σκευ­τικότη­τας, έ­χου­με να κά­νου­με με μια με­τάλ­λα­ξη α­πό το ευρωπα­ϊ­κό ε­ξω­τε­ρι­κό εί­δος εκ­κο­σμί­κευ­σης προς το α­με­ρι­κα­νι­κό εί­δος ε­σω­τε­ρι­κής εκ­κο­σμί­κευ­σης, δηλ. την ε­σω­τε­ρί­κευ­ση της συμ­βο­λι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας της πα­ραδο­σια­κής Εκ­κλη­σί­ας[101].

Ακόμα, για την εκ­κο­σμί­κευ­ση ευ­θύ­νο­νται κά­ποιες επιστη­μο­νι­κές ή ε­πι­στη­μο­νι­κο­φα­νείς θε­ω­ρί­ες, ό­πως ο Δαρ­βι­νι­σμός, ο συμ­βο­λι­κός ρε­α­λι­σμός, ο λο­γι­κός Θε­τι­κι­σμός, ο Α­ναγω­γι­σμός, η α­πο­μύ­θευ­ση κ.λπ.

Ε­ξάλ­λου, την εκ­κο­σμί­κευ­ση του Χρι­στια­νι­σμού υ­πη­ρε­τούν, κυ­ρί­ως μέ­σω τής λο­γο­τε­χνί­ας (βλ. Harry Potter)[102], νε­ο­ε­πο­χι­τι­κές[103], νε­ο­πα­γα­νι­στι­κές[104], νε­ο-ου­μα­νι­στι­κές, φυ­σιο­λα­τρι­κές[105] και συ­γκρη­τι­στι­κές[106] θρη­σκεια­κά και πο­λι­τι­σμι­κά ι­δέ­ες και α­ντι­λή­ψεις, ζυ­μω­μέ­νες μέ­σα σε α­νά­λο­γες πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­στι­κές ι­δε­ο­λο­γί­ες, οι ο­ποί­ες ό­μως, κα­τά το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τους, περ­νούν στον χρι­στια­νι­κό κό­σμο και τους πνευ­μα­τι­κούς τους τα­γούς μέ­σω εί­τε λ.χ. ρω­μαιο­κα­θο­λι­κών χα­ρι­σμα­τι­κών ο­μά­δων, εί­τε τού Προ­τε­στα­ντι­σμού.

Ποιος εί­ναι πί­σω α­πό ό­λες αυ­τές τις τά­σεις και τα κι­νή­μα­τα ο κυ­ριό­τε­ρος λό­γος, που ε­πι­κα­λού­νται; Η βα­θύ­τε­ρη και πλα­τύτε­ρη ε­πι­κοι­νω­νί­α και ο­μο­γε­νο­ποί­η­ση προ­σώ­πων και λα­ών. Και ποιος το ε­πι­βάλ­λει αυ­τό; Η πε­ρί­φη­μη πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και η ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ.

Ας δού­με τώ­ρα και τους ε­σω­τε­ρι­κούς λό­γους τής εκ­κο­σμί­κευ­σης. Τέτοιοι λόγοι, για παράδειγμα, είναι: η θε­ο­λο­γι­κή ά­γνοια, η η­μι­μά­θεια, η σύγ­χυ­ση ή και η α­πο­τυ­χί­α βί­ω­σης της ορ­θό-δο­ξης Πί­στης, που δια­κρί­νει χω­ρίς να δια­χω­ρί­ζει το κτι­στό α­πό το ά­κτι­στο[107]. Τέλος, προς την εκκοσμικευτική κατεύθυνση της Εκκλησίας λειτουργούν ορισμένες προ­σω­πι­κές (οι­κο­γέ­νεια, φι­λί­ες κ.λπ.) προ­κα­τα­λή­ψεις (λ.χ. εγωισμός[108] και άλλα πάθη[109]) αλλά και ι­δε­ο­λο­γι­κο­ποι­ή­σεις, κοι­νω­νι­κο­ποι­ή­σεις και πο­λι­τι­κο­ποι­ή­σεις τού Χρι­στια­νι­σμού[110].

Μπρο­στά, λοιπόν, στον εμ­φα­νή αυ­τόν κίν­δυ­νο εκ­κο­σμί­κευ­σης της Εκ­κλη­σί­ας, που τώ­ρα προβάλλει πο­λύ πιο σο­βα­ρό­ς α­πό ό,τι στο πα­ρελ­θόν, ε­πι­βάλ­λε­ται ως Ορθόδοξοι Θεολόγοι να λά­βου­με ορισμένα μέ­τρα.

  • Θερ­μό­τε­ρη προ­σευ­χή στην παναγία Τριάδα για ανάσχεση και α­πο­τρο­πή τού εκκοσμικευτικού ρεύματος, και ε­πί­κλη­ση των πρε­σβειών, ι­διαί­τε­ρα των Α­γί­ων ε­κεί­νων που α­γω­νί­στη­καν γεν­ναί­α στην ε­πο­χή τους ε­να­ντί­ον πα­ρό­μοιων κιν­δύ­νων, α­να­δει­χθέ­ντες μάρ­τυ­ρες και ο­μο­λο­γη­τές.
  • Πνευ­μα­τι­κή α­φύ­πνι­ση, βαθιά με­λέ­τη και κριτική, εκ μέ­ρους ι­δί­ως των θε­ο­λό­γων και θε­ο­λο­γού­ντων, κά­θε γρα­πτού ή προ­φο­ρι­κού θρησκευτικού και θε­ο­λο­γι­κού λό­γου, με βά­ση τη «συμ­φω­νί­α των Πα­τέ­ρων» και τον «Κα­νό­να τής Πί­στε­ως».
  • Α­να­ζω­πύ­ρω­ση του ποι­μα­ντι­κού έρ­γου τής Εκ­κλη­σί­ας με οργανωμένη (και όχι περιστασιακή ή σποράδην) κατήχηση του λαού, κυρίως μέσω ιδίου τηλεοπτικού σταθμού τής Εκκλησίας τής Ελλάδος,
  • Συ­νερ­γα­σί­α, και ό­χι α­ντι­πα­ρά­θε­ση, με­τα­ξύ των θύ­ρα­θεν επιστη­μών και της Εκ­κλη­σί­ας. Τούτο, για παράδειγμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί, όταν τα ί­δια τα μέ­σα (π.χ. οι ι­δέ­ες τής ε­λευ­θε­ρί­ας, του αν­θρω­πι­σμού, του α­το­μι­σμού, της ι­σό­τη­τας, της α­δελ­φό­τη­τας, της δι­καιο­σύ­νης και τα α­ντι­πο­λε­μι­κά, φι­λει­ρη­νι­κά, α­κτι­βι­στι­κά και οι­κο­λο­γι­κά κι­νή­μα­τα κ.λπ.)[111], που χρη­σι­μο­ποιεί α­πο­δο­μη­τι­κά η σύγ­χρο­νη εκ­κο­σμί­κευ­ση, τα α­ξιο­ποι­ή­σου­με με πρί­σμα την ορ­θό­δο­ξη χρι­στια­νι­κή Θε­ο­λο­γί­α. Ο γνω­στός κα­θη­γη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Toronto Gregory Baum γρά­φει ό­τι, σε α­ντί­θε­ση με το πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν, οι Κοι­νω­νιο­λό­γοι τής Θρη­σκεί­ας α­να­γνω­ρί­ζουν τον κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα τού Ευαγ­γε­λί­ου, α­πο-ι­διω­τι­κο­ποιώ­ντας το χρι­στια­νι­κό μή­νυ­μα[112]. Κα­τά τον ί­διο τρό­πο η Βα­σι­λεί­α τού Θε­ού δεν θα πρέ­πει να νο­εί­ται ως δι­κτα­το­ρί­α, αλ­λ’ ως τρια­δι­κή κοι­νω­νί­α ο­μο­ού­σιων προ­σώ­πων. Ο­μοί­ως, με­τα­ξύ δο­κη­τι­κής αν­θρω­πό­τη­τας και μο­νο­φυ­σι­τι­κής θειό­τη­τας του προ­σώ­που τού Χρι­στού θα πρέ­πει να το­νι­σθεί η θε­αν­θρω­πό­τη­τά Του. Έ­πει­τα, με­τα­ξύ μιας α­ό­ρα­της/«ε­λι­τι­στι­κής» (ή και κοι­νω­νι­στι­κής/φολ­κλο­ρι­κής) και μιας ιε­ρο­κρα­τι­κής α­ντι­λή­ψε­ως της Εκ­κλη­σί­ας θα πρέ­πει να ε­πι­μεί­νου­με στην ε­νο­ποιό (με­τα­ξύ Θε­ού και σύ­μπα­σας της αν­θρω­πό­τη­τας) δια­προ­σω­πι­κά διά­στα­σή της. Με αυ­τό το πρί­σμα, η Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α θα πρέ­πει να κα­τα­νο­εί­ται ό­χι ως μια τε­λε­τουρ­γί­α, αλ­λ’ ως ο­ντο­λο­γι­κή βρώ­ση και πό­ση τής ψυ­χο­σω­μα­τι­κής μας ύ­παρ­ξης. Α­κό­μα, η αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή φυ­γή εκ τού κό­σμου και το Ε­πι­κού­ρειο «λά­θε βιώ­σας» μπο­ρούν και πρέ­πει να κα­τα­νο­η­θούν χρι­στια­νι­κά ό­χι ως μια ε­πι­θυ­μί­α τού αν­θρώ­που για α­πο­μά­κρυν­σή του α­πό τον κό­σμο, αλ­λ’ ως α­πο­τα­γή[113] τού κο­σμι­κού φρο­νή­μα­τος ο­που­δή­πο­τε αυ­τό α­πα­ντάται.


[1] Η. Α. Βουλ­γα­ρά­κη, Χρι­στια­νι­σμός και κό­σμος, Α­θή­να 1993, σ. 68.

[2] A. Schmemann, For the life of the world, St. Vladimir’s Seminary Press, 1973, p. 112.

[3]  Πρβλ. Αρ­χιμ. Χ. Μα­ϊ­δώ­νη, «Η αί­ρε­ση της εκ­κο­σμί­κευ­σης», Δια­λο­γοσ 28 (2002) 11-12.

[4] W. Herberg, “Religion in a Secularized Society”, in: J. Brothers (Ed.), Readings in the Sociology of Religion, Pergamon Press 1967, p. 203.

[5] Μ. Λ. Φα­ρά­ντου, Δογ­μα­τι­κή, Ι­Ι, 1, Α’-Β’, Α­θή­ναι 1977, σ. 321, 362.

[6] Πρβλ. Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 27 εξ.

[7] G. Fotev, Kriza na legitimostta, Sofija 1999, σ. 78- 79, Παπυροσ Λαρουσ Μπριτταννικα Εγκυκλοπαιδεια (ΠΛΜ) 22 (1997) 231. Πρβλ. H. Lubbe, Sakularisierung, Freiburg 1965, J. Seguy, “Religion, Modernité, Secularisation”, Arch. Sc. Soc. Des Rel. 61/2 (1986) 175-185, J. K. Hadden & A. Shupe (Eds.), Secularization and Fundamentalism Reconsidered: Religion and the Political Order, Vol. III, New York: Paragon 1989, Μ. Μπέγ­ζου, Ε­λευ­θε­ρί­α ή Θρη­σκεί­α; Α­θή­να 1991, του ι­δί­ου, Φι­λο­σο­φι­κή Αν­θρω­πο­λο­γί­α τής Θρη­σκεί­ας, Α­θή­να 1994 (1996), του ι­δί­ου, Φαι­νο­με­νο­λο­γί­α τής Θρησκεί­ας, Α­θή­να 1995 (1999), του ι­δί­ου, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Φι­λο­σο­φί­α τής Θρη­σκεί­ας, Α­θή­να 1998, S. Bruce (Ed.), Religion and Modernization. Sociologists and Historians Debate the Secularization Thesis, Oxford: Clarendon Press, 1992, R. L. Brett, Faith and Doubt. Religion and Secularization in Literature from Wordsworth to Larkin, Cambridge: James Clarke 1997, Φ. Τερ­ζά­κη, Με­λέ­τες για το Ιε­ρό, Α­θή­να 1997, του ι­δί­ου, Α­νορ­θο­λο­γι­σμός, Φο­ντα­με­ντα­λι­σμός και θρη­σκευ­τι­κή α­να­βί­ω­ση, Α­θή­να 1998, E. Norman, Secularization, New Century Theology, London & New York: Continuum 2002, Ν. Η. Παπαγεωργίου, «Θρησκευτική Πίστη καί Μετανεωτερικότητα», ΕΕΘΣΠΘ 13 (2003) 267-276.

[8]  M. Scheler, “Uber die positivistische Geschichtsphilosophie des Wissens”, Schriften zur Soziologie und Weltanschauungslehre, 2nd ed., Franke Verlag, Bern, 1963, and Ressentiment, Free Press, New York, 1961.

[9] G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, p. 140.

[10] J. Wach, Sociology of Religion, The University of Chicago Press, Chicago & London 1944, 1971, p. 274, Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 39.

[11]  Πρβλ. G. Vahanian, The Death of God, The Culture of our post-Christian era, N. York 1961, όπου αναφέρεται: «Η εκκοσμίκευση, την οποία ζούμε στη μετα-χριστιανική εποχή μας, είναι η συνύπαρξη δυο παραγόντων: τής κοσμικοποίησης του Χριστιανισμού και της δίδυμης αδελφής της, ήτοι τής απο-ιεροποίησης του κόσμου». Πρβλ. Μ. Κ. Μακράκη, Εμμένεια και υπέρβαση στη φιλοσοφία τού Kierkegaard, ΑΘΗΝΑΙ 1983.

[12] A. Richardson, “Secular, Secularization”, in: A. Richardson (Ed.), A Dictionary of Christian Theology, SCM Press LTD 19775, pp. 310-311, M. Argyle, Psychology and Religion: An Introduction, Rout ledge, London & New York, 2000, 2004 (repr.), p. 215. Πρβλ. A. Macintyre, Secularization and Moral Change, 1967

[13] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 30

[14] Α. Κ. Πα­πα­ντω­νί­ου, «Α­δια­φο­ρι­σμός θρη­σκευ­τι­κός», ΠΛΜ 2 (1997) 336.

[15] K. I. Pargament, The Psychology of Religion and Coping, The Guilford Press, New York – London, 1997, p. 354.

[16] E. Zerubavel, The fine line: Making distinctions in everyday life, New York: Free Press, 1991, R. L. Collins, S. E. Taylor & L. A. Skokan, “A better world or a shattered vision? Changes in life perspectives following victimization”, in: Social Cognition 8 (1990) 263-285, P. W. Linville, “Self-complexity as a cognitive buffer against stress-related illness and depression”, Journal of Personality and Social Psychology 52 (1987) 663-676, K. I. Pargament, The Psychology of Religion and Coping, The Guilford Press, New York – London 1997, p. 342 εξ. 

[17] Πρβλ. Ι. Κου­ρε­μπε­λέ, «Η δη­μιουρ­γί­α τῆς μί­ας Ἐκκλη­σί­ας καί ἡ πο­λί­τευ­ση τοῦ κό­σμου», Γρη­γο­ριοσ ο Πα­λα­μασ 764 (1996) 647 εξ.

[18] Β. Μου­στά­κη, «Κό­σμος», ΘΗ­Ε 7 (1965) 914-918.

[19]  G. Stojanov, «Εκ­κο­σμί­κευ­ση ή νέ­α θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα», Θε­ο­δρο­μια 4 (2002) 547.

[20] M. Horkheimer, “Zur Kritik der instrumentellen Vernunft”, A. Schmidt/G. S. Noerr (Hrsg.), Max Horkheimer, Gesammelte Schriften, Bd. 6, 392.

[21] H. Jansen, “Harry Potter and the problem of evil”, Studies in Interreligious Dialogue, 13/1 (2003) 70-85.

[22] M. Argyle, Psychology and Religion: An Introduction, Rout ledge, London & New York, 2000, 2004 (repr.), p. 215.

[23] B. R. Wilson, “Religion in Secular Society” (“Conclusion”, Religion in Secular Society, Watts, 1966, pp. 221-233), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), p. 155.

[24] A. Richardson, “Secular, Secularization”, in: A. Richardson (Ed.), A Dictionary of Christian Theology, SCM Press LTD 19775, pp. 310.

[25] Α’ Ιω. 5, 19.

[26] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 161-162.

[27] Α­ποκ. 22, 20.

[28] Ματ­θ. 6, 10, Λουκ. 11, 2.

[29] Ιακ. 4, 4: «ἡ φι­λί­α τοῦ κό­σμου ἔχθρα τοῦ Θε­οῦ ἐστιν· ὅς ἄν οὖν βου­ληθῇ φί­λος εἶναι τοῦ κό­σμου, ἐχθρός τοῦ Θε­οῦ κα­θί­στα­ται».

[30] 5, 5, MPG 2, 1167-1186, ed. H.-I. Marrou, Sources chrétiennes 33, (Paris, 1965) 52-84.

[31] Αρ­χιμ. Χ. Μα­ϊ­δώ­νη, «Η αί­ρε­ση της εκ­κο­σμί­κευ­σης», Δια­λο­γοσ 28 (2002) 12.

[32] Μ. Λ. Φα­ρά­ντου, Δογ­μα­τι­κή, Ι­Ι, 1, Γ’, Α­θή­ναι 1977, σ. 816 εξ.

[33] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 98.

[34] Οι θε­ο­λο­γι­κές έν­νοιες τού εξ-α­για­σμού και της θέ­ω­σης, ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό, κα­τα­νο­ού­νται δια­φο­ρε­τι­κά α­πό την κα­θε­μιά χρι­στια­νι­κή Ο­μο­λο­γί­α. Για πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. W. P. Alston, Divine Nature and Human Language: Essays in Philosophical Theology, Cornell University Press, Ithaca and London 1989, p. 223 εξ. Πρβλ. J. S. Rhee, Secularization and Sanctification. A Study of Karl Barth’s Doctrine of Sanctification and its Contextual Application to the Korean Church, Amsterdam: VU University Press, 1994.

[35] W. R. Cross, The burned-over district: The social and intellectual history of enthusiastic religion in western New York, 1800-1850, Ithaca: Cornell University Press, 1950, p. 278.

[36]  J. Macquarrie, New Directions in Theology Today, Vol. III: “God and Secularity”, London: Lutterworth Press, 1968, p. 53 εξ.

[37]  G. Vetter, Magic and Religion: Their Psychological Nature, Origin, and Function, New York: Philosophical Library, 1958, p. 141 εξ.

[38] Βλ. A. Bardakoglu, “`Moderate perception of Islam’ and the Turkish model of the Diyanet: the president’s statement”, Journal of Muslim Minority Affairs 24/2 (2004) 243-258.

[39] M. P. Young & S. M. Cherry, “The Secularization of Confessional Protests: The Role of Religious Processes of Rationalization and Differentiation”, in: Journal for the Scientific Study of Religion 44/4 (2005) 373-395.

[40] J. A. Ingram, «Modern and Postmodern Issues in Christian Psychology», Journal of Psychology and Theology 25/3 (1997) 316, Ν. Η. Παπαγεωργίου, «Θρησκευτική Πίστη καί Μετανεωτερικότητα», ΕΕΘΣΠΘ 13 (2003) 267-276.

[41] Α. Γ. Κάρμη, «Παγκοσμιοποίηση – παγκοσμιότητα: Προτάσεις ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί κοινωνιολογίας», ΕΕΘΣΠΑ 36 (2001) 879-952, Κ. Ι. Μπελέζου, «Παγκοσμιοποίηση καί Καινή Κτίση», ΕΕΘΣΠΑ 38 (2003) 497-520. Πρβλ. U. Beck, Τι είναι παγκοσμιοποίηση;, μτφρ. Γ. Παυλόπουλου, εκδ. Καστανιωτη, Αθήνα 1998, Κ. Βεργόπουλου, Παγκοσμιοποίηση, η μεγάλη χίμαιρα, Αθήνα 1999, Τζων Γκρέϊ, Απατηλή αυγή. Οι αυταπάτες τού παγκόσμιου καπιταλισμού, μτφρ. Θ. Χατζόπουλου, εκδ. Πολισ, Αθήνα 1999, Ιγνάσιο Ραμονέ, Γεωπολιτική τού Χάους, μτφρ. Ελ. Τσερεζόλε, εκδ. Πολισ, Αθήνα 20003, Τόμας Λ. Φρίντμαν, Το Lexus και η ελιά. Τι είναι η παγκοσμιοποίηση, μτφρ. Ερ. Μπαρτζινόπουλου, εκδ. Ωκεανιδα, Αθήνα 2000.

[42] Πρβλ. Μάϊκλ Ουόλζερ, Περί ανεκτικότητας, μτφρ. Κ. Μανδελάκη, εκδ. Καστανιωτη, Αθήνα 1998.

[43] M. P. Young & S. M. Cherry, “The Secularization of Confessional Protests: The Role of Religious Processes of Rationalization and Differentiation”, in: Journal for the Scientific Study of Religion 44/4 (2005) 373-395.

[44] Πρβλ. D. Martin, A General Theory of Secularization, New York: Harper and Row, 1978.

[45] K. I. Pargament, The Psychology of Religion and Coping, The Guilford Press, New York – London, 1997, p. 354. Πρβλ. D. N. McIntosh, M. R. Inglehart & R. Pacini, Flexible and central religious belief systems and adjustment to college (paper presented at the meeting of the Midwestern Psychological Association), Chicago, IL, 1990.

[46] B. Spilka, R. W. Hood, Jr., B. Hunsberger & R. Gorsuch, The Psychology of Religion – an empirical approach, New York – London: The Guilford Press, 20033, p. 380. 

[47] R. Gill, “Sociology Assessing Theology”, 1981, in: R. Gill (Ed.), Theology and Sociology: A Reader, London: Paulist Press 1987, p. 148.

[48] G. Richard, “Dogmatic atheism in the sociology of religion”, in: W. S. F. Pickering (Ed.), Durkheim on Religion: A selection of readings with bibliographies and introductory remarks, London & Boston: Routledge & Kegan Paul 1975, p. 235, T. Luckmann, “The Decline of Church-Oriented Religion” (The Invisible Religion, Macmillan, 1967, pp. 28-37), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), p. 148.

[49] Πρβλ. P. L. Berger, The heretical imperative: Contemporary possibilities of religious affirmation, Garden City, NY: Doubleday, 1979, p. 58 ἑξ.

[50] Πρβλ. Κ. Καβαρνού, Η Ορθόδοξος Παράδοσις και ο Συγχρονισμός, Αθήναι 1971.

[51] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 91, 98.

[52] Αρχιμ. Σ. Σα­ρά­ντου, «Πα­ρά­δο­ση - Εκ­κο­σμί­κευ­ση», Θε­ο­δρο­μια 3 (2003) 345.

[53] π. Θ. Ζή­ση, «Κιν­δυ­νεύ­ει τώ­ρα σο­βα­ρά η Ορ­θο­δο­ξί­α», Θε­ο­δρο­μια 1 (2007) 89.

[54] Ματθ. 16, 18.

[55]  J. Bennett, “The Church and the Secular“, in: Christianity and Crisis, Vol. XXVI/22 (1966) 296.

[56] Β. Μουστάκη, «Ἐκκλησία καί κόσμος», ΘΗΕ 12 (1968) 684-686.

[57] K. Heim, Der christliche Gottesglaube und die Naturwissenschaft, IV, 1, 1949, S. 24.

[58] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 185.

[59] Σύμφωνα με πολλούς ειδήμονες, ἡ διαμαρτύρηση του M. Λούθηρου οφειλόταν εν μέρει στην κατάθλιψη από την οποία υπέφερε [E. Η. Erikson, Young Man Luther: A Study in Psychoanalysis and History, New York: W. W. Norton, 1958]· βλ. R. E. Hopson & K. Openlander, “Protestantism and Religious Experience”, p. 58, in: R. W. Hood (Ed.), Handbook of Religious Experience, Religious Education Press, Birmingham, Alabama 1995, pp. 49-71.    

[60] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 37.

[61] Πρβλ. Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Η διαλεκτική ιερότητας και κοινωνικότητας στο έργο τού Emile Durkheim, Αθήνα 2002.

[62] É. Durkheim, Suicide, Free Press, New York, 1968, pp. 378-384. Πρβλ. R. Nisbet, The Sociological Tradition, Basic Books, New York, 1966, pp. 155-158. 

[63] Ι. Κορ­να­ρά­κη, Η Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τής Υ­πάρ­ξε­ως, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1986, σ. 97 εξ., Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 35.

[64] Πρβλ. Β. Μου­στά­κη, «Κό­σμος», ΘΗ­Ε 7 (1965) 914-918, Μ. Λ. Φαράντου, «Ἡ `εὐρεῖα’ καί ἡ `στενή’ ὁδός τῆς ζωῆς», ΕΕΘΣΠΑ 37 (2002) 251-269.

[65] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 28, 43.

[66] Α. Κ. Πα­πα­ντω­νί­ου, «Α­δια­φο­ρι­σμός θρη­σκευ­τι­κός», ΠΛΜ 2 (1997) 336.

[67] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 91, 98.

[68] Οι Έλληνες ορθόδοξοι εκκλησιάζονται λιγότερο από τους πιστούς άλλων θρησκειών ή δογμάτων [βλ. K. Ware, “The Church: A time of transition”, in: R. Clogg (επιμ.), Greece in the 1980s, London: Macmillan, pp. 208-230, D. Martin, A General Theory of Secularization, New York: Harper and Row, 1978, p. 277].

[69] M. Argyle, Psychology and Religion: An Introduction, Rout ledge, London & New York, 2000, 2004 (repr.), p. 217.

[70] B. Spilka, R. W. Hood, Jr., B. Hunsberger & R. Gorsuch, The Psychology of Religion – an empirical approach, New York – London: The Guilford Press, 20033, pp. 347-348.

[71] Για την εκ­κο­σμί­κευ­ση της Ποι­μα­ντι­κής βλ. Α. Βαρ­ριά, Η Ποι­μα­ντι­κή τού «περιθω­ρί­ου», τ. Ι. «Πε­ρι­θω­ρια­κό­τη­τα καί Ἐκκλη­σί­α», Θεσ­σα­λο­νί­κη 2004, σ. 421-422. Πρβλ. Αρχιμ. Χ. Μα­ϊ­δώ­νη, «Η αί­ρε­ση της εκ­κο­σμί­κευ­σης», Δια­λο­γοσ 28 (2002) 12: «Κλη­ρι­κοί και λα­ϊ­κοί ά­γευ­στοι της ορ­θο­δό­ξου πνευ­μα­τι­κό­τη­τος με­τα­τρέ­που­με την Εκ­κλη­σί­α σε αν­θρώ­πι­νο ορ­γα­νι­σμό, τα­μεί­ο κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, πο­λι­τι­κό δρα­στή­ριο γρα­φεί­ο, που δί­νει συ­νε­χώς συ­νε­ντεύ­ξεις κά­νο­ντας δη­λώ­σεις ε­πί πα­ντός ε­πι­στη­τού, χα­μο­γε­λώ­ντας προς πά­ντας…».

[72] J. Wach, Sociology of Religion, The University of Chicago Press, Chicago & London 1944, 1971, p. 274, Th. Luckmann, Das Problem der Religion in der modernen Gesellschaft, Freiburg 1963, S. 65, 68, τοῦ ἰδί­ου, “The Decline of Church-Oriented Religion” (The Invisible Religion, Macmillan, 1967, pp. 28-37), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), p. 149, B. Wilson, Religion Is Secular Society, Pelican Books, London 1969, p. 42 εξ. Ο M. Weber, μάλιστα, εί­χε κά­νει λό­γο για «εκ­κο­σμί­κευ­ση κά­θε πτυ­χής τής ζωής μέ­σω τού Προ­τε­στα­ντι­σμού» (βλ. Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 38). Ανατρέποντας ο Προτεσταντισμός το σύμβολο (την εκκλησιαστική Παράδοση, τα δόγματα, τα μυστήρια και το τελετουργικό), άφησε τον άνθρωπο μόνο του απέναντι στον Θεό, χωρίς κανένα «τείχος» και προστασία, εκτεθειμένο στις εσωτερικές του δυνάμεις, αδυναμίες, πάθη (πρβλ. αμαρτίες) και βιώματα, τα οποία τώρα έπρεπε να «καταλύσει» μόνος του [C. Jung, Psychology and Religion: West and East, transl. by R. F. C. Hull, Bollinger Series XX, New York: Pantheon Books 1958, pp. 21, 48].

[73]  J. D. Hunter, American evangelicalism: Conservative religion and the quandary of modernity, New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1983, p. 25.

[74] Κατά τον W. James (The varieties of religious experiences, 1902, New York: Macmillan 1961, p. 100), Λούθηρος και Wesley στην ερώτηση «τι θα πρέπει να κάνω για να σωθώ» απαντούν: «Είσαι ήδη σωσμένος, αν το θέλεις, αρκεί μόνο να το πιστέψεις». Σύμφωνα με τον P. Tillich [The courage to be, New Haven, CT: Yale University Press 1952, The Protestant era, transl. by J. Adams, Chicago: University of Chicago Press 1957], ἡ λουθηρανική αυτή δικαίωση μέσω μόνο τής πίστεως στον Θεό ―ἡ οποία όμως δεν συνιστά, κατά τον Τillich, ασφάλεια, αλλ’ ανασφάλεια και ρίσκο, αφού, σύμφωνα με τον C. Jung (Psychology and Religion, 1958, p. 48), χωρίς την εκκλησιαστική αυθεντία, ὁ πιστός δεν μπορεί να είναι βέβαιος ποτέ για τη σωτηρία του― αποτελεί, ἤ τουλάχιστον έτσι θεωρήθηκε από τον Λούθηρο, απάντηση στο άγχος, τη δυσαρέσκεια και την ανασφάλεια (πού προέρχονται από την αδυναμία τής ανθρώπινης φύσης να διορθώσει μόνη της τα λάθη και τις αποτυχίες της), καταστάσεις οριακές και αναπόφευκτες του ανθρώπινου βίου.

[75] G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, pp. 150-151, M. P. Young & S. M. Cherry, “The Secularization of Confessional Protests: The Role of Religious Processes of Rationalization and Differentiation”, in: Journal for the Scientific Study of Religion 44/4 (2005) 377.

[76] B. Wilson, Religion Is Secular Society, Pelican Books, London 1969, p. 42 εξ. Πρβλ. G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, p. 153.

[77] Α­πό: G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, p. 153.

[78] Βλ. M. Weber, “Religious Rejections of the World and their Directions”, 1946, in: H. H. Gerth & C. W. Mills (Eds.), M. Weber, Essays in Sociology, New York: Oxford University Press, pp. 323-359.

[79] Για πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. M. P. Young & S. M. Cherry, “The Secularization of Confessional Protests: The Role of Religious Processes of Rationalization and Differentiation”, in: Journal for the Scientific Study of Religion 44/4 (2005) 373-395.

[80] T. Parsons, “Christianity and Modern Industrial Society”, in: L. Schneider (Ed.), Religion, Culture and Society, John Wiley & Sons, New York, 1964, pp. 273-298, Ν. Α. Ματσούκα, Ο Προτεσταντισμός, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 31 εξ.

[81] A. Richardson, “Secular, Secularization”, in: A. Richardson (Ed.), A Dictionary of Christian Theology, SCM Press LTD 19775, p. 310, J. D. Hunter, American evangelicalism: Conservative religion and the quandary of modernity, New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1983, p. 18.

[82] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 34.

[83] T. Luckmann, “The Decline of Church-Oriented Religion” (The Invisible Religion, Macmillan, 1967, pp. 28-37), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), p. 149.

[84] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, «Κρι­τι­κή Θε­ω­ρί­α» και Κοι­νω­νι­κή Λει­τουρ­γί­α τής Θρη­σκεί­ας, Α­θή­να 1998, σ. 100.

[85] C. Michalson, “Secularism”, in: J. Macquarrie & J. Childress (Eds), A New Dictionary of Christian Ethics, SCM Press LTD 1967, The Westminster Press 1986, pp. 567-568. Πρβλ. Μ. Λ. Φα­ρά­ντου, Δογ­μα­τι­κή, Ι­Ι, 1, Α’-Β΄, Α­θή­ναι 1977, σ. 345 εξ.

[86] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 34-35.

[87] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, όπ. π., σ. 41.

[88] A. Richardson, “Secularism”, in: A. Richardson (Ed.), A Dictionary of Christian Theology, SCM Press LTD 19775, p. 311, M. Argyle, Psychology and Religion: An Introduction, Rout ledge, London & New York, 2000, 2004 (repr.), p. 219.

[89] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 147-148.

[90] Για τα θρη­σκευ­τι­κά υ­πο­κα­τά­στα­τα βλ. É. Durkheim, Les Formes élémentaires de la vie religieuse, PUF, Paris 1998, p. 295.

[91] G. Stojanov, «Εκ­κο­σμί­κευ­ση ή νέ­α θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα», Θε­ο­δρο­μια 4 (2002) 548 εξ., P. L. Berger, “Globalization and religion”, Hedgehog Review 4/2 (2002) 9-10: “Our age is not an age of secularization. On the contrary, it is an age of exuberant religiosity, much of it in the form of passionate movements with global outreach”.

[92] G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, p. 149.

[93] W. Herberg, Catholic, Protestant, Jew, Doubleday, New York, 1955, του ιδί­ου, “Religion in a Secularized Society”, in: J. Brothers (Ed.), Readings in the Sociology of Religion, Pergamon Press 1967, pp. 212-216.

[94] Για την Οικουμενική Κίνηση βλ. Α. Β. Νικολαΐδη, Θέματα Οικουμενικής Κίνησης, Αθήνα 19982, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[95] G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, pp. 150-151. 

[96] P. Berger, The Sacred Canopy, Doubleday, New York 1967, pp. 126-153. Πρβλ. G. S. Smith, The seeds of secularization: Calvinism, culture, and pluralism in America, 1870-1915, St. Paul: Christian College Consortium, 1985.  

[97] T. Luckmann, “The Decline of Church-Oriented Religion” (The Invisible Religion, Macmillan, 1967, pp. 28-37), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), p. 149. 

[98] G. Baum, Religion and Alienation: A Theological Reading of Sociology, Paulist Press, New York/Paramus/Toronto 1975, pp. 154-155. 

[99] P. Froese & S. Pfaff, “Explaining a Religious Anomaly: A Historical Analysis of Secularization in Eastern Germany”, Journal for the Scientific Study of Religion 44/4 (2005) 397-422.

[100] W. Herberg, “Religion in a Secularized Society”, in: J. Brothers (Ed.), Readings in the Sociology of Religion, Pergamon Press 1967, pp. 212-216.

[101] T. Luckmann, “The Decline of Church-Oriented Religion” (The Invisible Religion, Macmillan, 1967, pp. 28-37), in: R. Robertson (Ed.), Sociology of Religion, New York: Penguin Books Ltd, 1976 (repr.), pp. 149-150. 

[102] H. Jansen, “Harry Potter and the problem of evil”, Studies in Interreligious Dialogue, 13/1 (2003) 70-85.

[103] C. A. Steil, “Renovação Carisática Católica: porta de entrada ou de saída do catolicismo ? Uma Etnografia do Grupo São José, em Porto Alegre”, Religião & Sociedade 24/1 (2004) 11-35.

[104] Πρβλ. Μ. Φα­ρά­ντου, «Ε­πι­στή­μη καί Θρη­σκεί­α», Θε­ο­λο­για 64/1-2 (1993) 49.

[105] G. Stojanov, «Εκ­κο­σμί­κευ­ση ή νέ­α θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα», Θε­ο­δρο­μια 4 (2002) 550.

[106] G. Stojanov, όπ. π.

[107] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 168. 

[108] C. Michalson, “Secularism”, in: J. Macquarrie & J. Childress (Eds), A New Dictionary of Christian Ethics, SCM Press LTD 1967, The Westminster Press 1986, p. 567.

[109] Γ. Ι. Μα­ντζα­ρί­δη, Κοι­νω­νιο­λο­γί­α τού Χρι­στια­νι­σμού, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 244.

[110] Α. Β. Νι­κο­λα­ΐ­δη, Κρι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, Α­θή­να 2002, σ. 32-34.

[111]  Πρβλ. Κ. Δεληκωσταντή, «Τα δικαιώματα τού ανθρώπου: Μόνιμη πρόκληση για τις θρησκείες», ΕΕΘΣΠΑ 37 (2002) 443-456.

[112] G. Baum, “The Impact of Sociology on Catholic Theology”, 1975, in: R. Gill (Ed.), Theology and Sociology: A Reader, London: Paulist Press 1987, p. 142.

[113] Δωροθέου, Διδασκαλία Α’, Περί αποταγής 1-25, MPG 88, 1617B-1640D. Πρβλ. Π. Ι. Παναγιωτάκου, «Αποταγή τού Κόσμου», ΘΗΕ 2 (1963) 1220-1221.



Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 92 επισκέπτες.